Την ώρα που η αναζήτηση κατοικίας έχει εξελιχθεί σε μία από τις δυσκολότερες εξισώσεις για χιλιάδες νοικοκυριά, ένα μεγάλο απόθεμα ακίνητης περιουσίας παραμένει σε σημαντικό βαθμό έξω από τη συζήτηση για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης: τα ακίνητα των Δήμων.
Κτίρια, διαμερίσματα, οικόπεδα και εκτάσεις που ανήκουν στην Τοπική Αυτοδιοίκηση θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να αποτελέσουν μέρος μιας διαφορετικής στεγαστικής πολιτικής, αυξάνοντας την προσφορά κατοικιών αντί η αντιμετώπιση του προβλήματος να στηρίζεται αποκλειστικά σε επιδοτήσεις προς τους πολίτες.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Αθήνα και την Αττική, όπου το κόστος κατοικίας αποτελεί πλέον μία από τις μεγαλύτερες επιβαρύνσεις για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Σχεδόν 390.000 εγγραφές και δικαιώματα στους Δήμους
Το μέγεθος της δημοτικής ακίνητης περιουσίας αποτυπώνεται σε έρευνα της BluPeak Estate Analytics, η οποία επεξεργάστηκε στοιχεία του Κτηματολογίου.
Στους 332 Δήμους της χώρας εμφανίζονται συνολικά 389.556 εγγραφές και δικαιώματα που σχετίζονται με δημοτική ακίνητη περιουσία.
Από αυτά, τα 194.787 αφορούν ΚΑΕΚ, δηλαδή μοναδικούς αριθμούς ταυτότητας ακινήτων στο Κτηματολόγιο.
Το εντυπωσιακό μέγεθος, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι υπάρχουν αντίστοιχα εκατοντάδες χιλιάδες ακίνητα τα οποία μπορούν αύριο να διατεθούν προς αξιοποίηση.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα.
Μόνο 1 στα 4 μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα
Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, από κάθε 100 δημοτικά ακίνητα εκτιμάται ότι:
- 25 μπορούν να αξιοποιηθούν άμεσα
- 40 χρειάζονται τεχνική, διοικητική ή νομική ωρίμανση
- 35 αντιμετωπίζουν σοβαρές εκκρεμότητες, περιορισμούς ή ελλιπή στοιχεία
Με απλά λόγια, η ύπαρξη ενός δημοτικού ακινήτου δεν συνεπάγεται ότι αυτό είναι αυτομάτως διαθέσιμο.
Μπορεί να υπάρχουν πολεοδομικές εκκρεμότητες, προβλήματα τίτλων, διαφορετικές καταγραφές μεταξύ Κτηματολογίου και Ε9, τεχνικά προβλήματα ή ακόμη και αδυναμία των ίδιων των δημοτικών υπηρεσιών να έχουν συγκεντρωμένη εικόνα της περιουσίας τους.
Το παράδοξο των κλειστών ακινήτων
Το ελληνικό στεγαστικό πρόβλημα χαρακτηρίζεται από ένα έντονο παράδοξο.
Από τη μία πλευρά, οικογένειες, νέοι εργαζόμενοι και φοιτητές δυσκολεύονται να βρουν οικονομικά προσιτή κατοικία.
Από την άλλη, σημαντικός αριθμός ιδιωτικών αλλά και δημόσιων ακινήτων παραμένει κενός, ανενεργός ή υποαξιοποιημένος.
Η ενεργοποίηση επομένως του υπάρχοντος κτιριακού αποθέματος αρχίζει να αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία στη συζήτηση για τη στεγαστική πολιτική.
Το ερώτημα είναι αν σε αυτή την προσπάθεια μπορούν να μπουν ενεργά και οι Δήμοι.

Θα μπορούσαν δημοτικά κτίρια να μετατραπούν σε κατοικίες;
Η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου μητρώου δημοτικής περιουσίας θα μπορούσε να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα που σήμερα είναι δύσκολο να απαντηθούν συνολικά:
Πόσα δημοτικά κτίρια παραμένουν κενά;
Πόσα μπορούν να ανακαινιστούν;
Πόσα οικόπεδα είναι πραγματικά αξιοποιήσιμα;
Πόσα ακίνητα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για κοινωνική ή προσιτή κατοικία;
Θα μπορούσαν να δημιουργηθούν κατοικίες για νέες οικογένειες, εργαζομένους ή ανθρώπους που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στα σημερινά ενοίκια;
Πριν υπάρξουν απαντήσεις, απαιτείται κάτι πολύ πιο βασικό: να γνωρίζει κάθε Δήμος ακριβώς τι διαθέτει.

Το πρώτο βήμα: Ψηφιακό μητρώο για κάθε Δήμο
Η πρόταση που επανέρχεται στο προσκήνιο αφορά τη δημιουργία ενός ενιαίου ψηφιακού μητρώου δημοτικής ακίνητης περιουσίας.
Σε αυτό θα μπορούσαν να συνδυάζονται πληροφορίες από το Κτηματολόγιο, το Ε9, τις οικονομικές και τεχνικές υπηρεσίες, τους τίτλους ιδιοκτησίας, τα τοπογραφικά και τις πραγματικές χρήσεις κάθε ακινήτου.
Έτσι κάθε Δήμος θα μπορούσε να γνωρίζει όχι μόνο πόσα ακίνητα διαθέτει, αλλά και ποια από αυτά:
είναι κενά, χρησιμοποιούνται, χρειάζονται ανακαίνιση, έχουν νομικές ή πολεοδομικές εκκρεμότητες, μπορούν να αξιοποιηθούν άμεσα ή μπορούν να ενταχθούν σε ένα πρόγραμμα στεγαστικής πολιτικής.
Γιατί το ζήτημα αφορά ιδιαίτερα την Αττική
Η συζήτηση αποκτά διαφορετικές διαστάσεις στην Αττική.
Εδώ η πίεση στην αγορά κατοικίας είναι ιδιαίτερα έντονη, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει ότι η επιδείνωση της προσιτότητας της κατοικίας στην Ελλάδα συνδέεται μεταξύ άλλων με την περιορισμένη προσφορά και τις αυξημένες πιέσεις ζήτησης, ιδιαίτερα στην Αθήνα.
Επομένως, ακόμη και η ενεργοποίηση ενός σχετικά μικρού μέρους του ανενεργού δημοτικού αποθέματος θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά σε μια ευρύτερη πολιτική αύξησης της προσφοράς κατοικίας.
Δεν πρόκειται, βεβαίως, για λύση που μπορεί από μόνη της να αντιμετωπίσει τη στεγαστική κρίση.
Μπορεί όμως να αποτελέσει ένα ακόμη εργαλείο.
