Στην Πατησίων 136, μια «χρονοκάψουλα» σχεδιασμένη από τον αρχιτέκτονα Αριστομένη Προβελέγγιο αντιστέκεται εδώ και επτά δεκαετίες στις αλλαγές της πόλης. Η ιστορία του, μέσα από τα λόγια δύο γενιών της οικογένειας Παπαθεοδώρου.
Χωμένο στα μισά της Πατησίων, στο ύψος της Κυψέλης, ένα μικρό μπαρ με κουρτίνες στη βιτρίνα και μια φωτεινή νέον πινακίδα μοιάζει με είσοδο σε μηχανή του χρόνου. Είναι το Au Revoir, το παλαιότερο εν λειτουργία μπαρ της Αθήνας — ένας χώρος που δεν είναι ρετρό ούτε vintage, αλλά κυριολεκτικά αμετάβλητος από τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Από τη μπάρα του έχουν περάσει ηθοποιοί, ποιητές, δημοσιογράφοι και διανοούμενοι, ενώ σ’ ένα τραπεζάκι δίπλα στην τζαμαρία κάθισε κάποτε και ήπιε το δικό του ουίσκι ο Φρανκ Σινάτρα. Σχεδόν επτά δεκαετίες μετά, η δεύτερη γενιά της οικογένειας Παπαθεοδώρου συνεχίζει να σερβίρει ποτά «με τον παλιό τρόπο», κρατώντας ζωντανή μια Αθήνα που αλλού έχει σβήσει.
Μια καρμική συνάντηση στους Δελφούς
Η ιστορία του Au Revoir ξεκινά τη δεκαετία του 1950, με μια τυχαία γνωριμία. Ο Θεόδωρος (Θόδωρος) Παπαθεοδώρου δούλευε ως μπάρμαν στα ξενοδοχεία ΞΕΝΙΑ στους Δελφούς —τότε κορυφαία ξενοδοχεία της χώρας— όταν γνώρισε τον σπουδαίο Έλληνα αρχιτέκτονα Αριστομένη Προβελέγγιο, ο οποίος έκανε εκεί τις διακοπές του. Σε μια κουβέντα στο μπαρ, ο Θόδωρος του εκμυστηρεύτηκε το όνειρό του: να ανοίξει κάποτε ένα δικό του μαγαζί.
Πρόθυμος να βοηθήσει, ο Προβελέγγιος του έδωσε μια απλή υπόσχεση — «βρες τον χώρο κι εγώ θα σε βοηθήσω» — και δεν ζήτησε ποτέ δραχμή. Διδάκτορας τότε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, αντιμετώπισε το μπαρ σαν πρότζεκτ που το έστησε μαζί με τους φοιτητές του, κάπου στα τέλη του 1957· τα πρώτα ποτά θα σερβίρονταν λίγο αργότερα, στις 10 Μαρτίου 1958. Στο μεταξύ, μόλις απολύθηκε από τον στρατό, ήρθε να συμπληρώσει την παρέα και ο αδελφός του Θόδωρου, ο Λύσανδρος Παπαθεοδώρου — δύο αδέρφια μόλις είκοσι χρονών, που χωρίς να το ξέρουν έβαζαν θεμέλια σε κάτι που θα άντεχε επτά δεκαετίες.
Ένα μπαρ-έργο τέχνης που το προστατεύει το Πολυτεχνείο
Το όνομα «Au Revoir» —«εις το επανιδείν» στα ελληνικά— φέρει τη σφραγίδα του δημιουργού του. Ο Προβελέγγιος είχε δουλέψει επί χρόνια στη Γαλλία, ως στενός συνεργάτης του θρυλικού Λε Κορμπυζιέ, και οι γαλλικές του επιρροές ενέπνευσαν τη βάφτιση του μαγαζιού.
Όλα μέσα στον χώρο είναι σχεδιασμένα από τον αρχιτέκτονα και έχουν παραμείνει απαράλλαχτα: η σοφή γεωμετρία και η διάταξη των επίπλων, ο ανάγλυφος πάγκος από σκυρόδεμα με γεωμετρικά μοτίβα, οι τοίχοι, τα φωτιστικά και τα στοιχεία από ψάθα, ακόμη και η ζωγραφισμένη οροφή —έργο του Προβελέγγιου και των μαθητών του— και τα χρώματα στα υφάσματα και τα ξύλα. Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μνημονεύει το Au Revoir ως σημαντικό και σπάνιο δείγμα εσωτερικής διαμόρφωσης του ύστερου μοντέρνου κινήματος στην Ελλάδα, και φοιτητές αρχιτεκτονικής εξακολουθούν να το επισκέπτονται για να μελετήσουν τη δουλειά του.
Η φωτογραφία του Προβελέγγιου δεσπόζει μέχρι σήμερα πάνω από τη μπάρα, δίπλα στα μπουκάλια της κάβας, σαν «εικόνισμα» — ο «νονός» του χώρου που το βλέμμα του εξακολουθεί να επιβλέπει κάθε ποτό.
Η νύχτα που ο Φρανκ Σινάτρα ήπιε το δικό του ουίσκι
Ο πιο διάσημος αστικός θρύλος του Au Revoir έχει όνομα και επώνυμο: Φρανκ Σινάτρα. Ο Αμερικανός σταρ επισκέφθηκε την Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1960 (το 1962, σύμφωνα με την οικογένεια) για να εμφανιστεί στο Ηρώδειο. Ένα από τα μέρη που είδε όσο ήταν στην Αθήνα ήταν και το μικρό μπαρ της Πατησίων.
Η οικογένεια ξεκαθαρίζει τις φήμες: ο Σινάτρα δεν ζήτησε ο ίδιος να έρθει — τον έφερε ο συνοδός του. Δεν κάθισε στη μπάρα, αλλά στο τραπεζάκι ακριβώς δίπλα στην τζαμαρία, με θέα την Πατησίων. Είχε μαζί το δικό του μπουκάλι Jack Daniel’s — λέγεται πως, λόγω των σχέσεών του με τη μαφία, τον είχαν «δασκαλέψει» να μην πίνει ποτέ από αλλού. Έμεινε γύρω στα τρία τέταρτα της ώρας, με τους σωματοφύλακές του σε διπλανό τραπέζι, ευχαρίστησε και έφυγε — αφήνοντας, όπως άρμοζε, ένα πλουσιοπάροχο φιλοδώρημα.
Το στέκι των καλλιτεχνών της Κυψέλης
Χωρίς να το επιδιώξει, το Au Revoir έγινε καλλιτεχνικό ορμητήριο. Η Κυψέλη ήταν ανέκαθεν καλλιτεχνική γειτονιά —στη Φωκίωνος Νέγρη έμεναν πρωτοκλασάτα ονόματα των γραμμάτων και των τεχνών— ενώ τα πολλά θέατρα της περιοχής έφερναν ηθοποιούς για ένα ήσυχο ποτό μετά την παράσταση.
Από τη μπάρα του πέρασαν ο Χατζηχρήστος, ο Αυλωνίτης, ο Κούλης Στολίγκας, η Μάρω Κοντού, οι αδελφές Καλουτά, η Σοφία Βέμπο, ο Τραϊφόρος, ο Ντίνος Ηλιόπουλος και πολλοί άλλοι. Ο συγγραφέας Δημήτρης Ψαθάς μετέτρεψε μάλιστα ένα περιστατικό στο πατάρι σε χρονογράφημα. Στους πιο πρόσφατους θαμώνες συγκαταλέγονται ο σκηνοθέτης Νίκος Τριανταφυλλίδης, ο Περικλής Κοροβέσης, ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας —που έγραφε στίχους πάνω στον ίδιο τον πάγκο— και ο συγγραφέας Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, ο οποίος αφιέρωσε στο μπαρ ολόκληρο βιβλίο («Au Revoir – Σημειώσεις στη σκιά μιας συνάντησης», εκδόσεις Νεφέλη, 1999). Το 1997, ο Τριανταφυλλίδης γύρισε για το μπαρ και ντοκιμαντέρ, για την τηλεοπτική σειρά «Τα στέκια».
Από τα ηχεία ακούγονται Nina Simone, Pink Floyd, αλλά και Αρλέτα, Φλέρυ και Aznavour — σε ένταση που αφήνει τους θαμώνες να μιλήσουν χωρίς να φωνάζουν.
«Old school»: γιατί το τζιν έρχεται χωριστά από το τόνικ
Το Au Revoir αυτοπροσδιορίζεται ως old school bar. Εδώ θα βρεις κλασικά κοκτέιλ, όπως Margarita και Bloody Mary, μεγάλη ποικιλία ουίσκι (από Σκωτίας μέχρι malts, ιρλανδέζικα και καναδέζικα) και «σκέτα» ποτά μιας άλλης εποχής.
Όλα σερβίρονται όπως παλιά: ζητάς τζιν τόνικ και έρχεται το τζιν με πάγο και, χωριστά, το τόνικ — τη μίξη την κάνεις εσύ. Το κρασί δεν σερβίρεται από ένα μεγάλο, κοινό μπουκάλι, αλλά σε ατομικά μπουκαλάκια για τον καθένα. Και υπάρχει ένα μυστικό που πέρασε από γενιά σε γενιά: το περίφημο Dry Martini, που η οικογένεια θεωρεί απαράμιλλο.
Η σιωπή πίσω από τη μπάρα
Πέρα από τα ποτά, αυτό που κάνει το Au Revoir μοναδικό είναι η σχέση με τον άνθρωπο πίσω από τη μπάρα. Ο χώρος λειτουργεί σαν ένα «δημόσιο σαλόνι», μια όαση οικειότητας μέσα στην πολύβουη πόλη, όπου οι πελάτες αποκαλούν τον ιδιοκτήτη με το μικρό του όνομα.
Η φιλοσοφία είναι ξεκάθαρη: ο καλός μπάρμαν οφείλει να ακούει τον μοναχικό πότη, να του κρατά παρέα, να του εξασφαλίζει τη γωνιά του — και μετά να ξεχνά τα πάντα. Όπως το έθεσε ο Λύσανδρος Παπαθεοδώρου, ο μπάρμαν μπαίνει στο μαγαζί «τυφλός», μένει «κουφός» και βγαίνει «μουγγός». Είναι, με άλλα λόγια, ένα είδος εξομολόγου. Κανόνας απαράβατος: το προσωπικό δεν πίνει εν ώρα εργασίας — και προσέχει τους πελάτες, χωρίς να αφήνει κανέναν να το παρακάνει ή να οδηγήσει μεθυσμένος.
Η τζαμαρία που έγινε «κινηματογραφική οθόνη» της Αθήνας
Η πρόσοψη του Au Revoir λειτούργησε για δεκαετίες σαν μια τεράστια οθόνη. Πίσω από το τζάμι, τα αδέρφια Παπαθεοδώρου είδαν τη μεταπολεμική ιστορία της Αθήνας να ξετυλίγεται μπροστά τους — από το τανκ που κατέβαινε από την Κεφαλληνίας προς το Πολυτεχνείο, με τους πυροβολισμούς και τον κόσμο να τρέχει, μέχρι τα πιο πρόσφατα γεγονότα της πόλης.
Έξω, μια Πατησίων που άλλαξε: τραμ, θέατρα και κινηματογράφοι έδωσαν τη θέση τους σε κατεβασμένα ρολά, παγωμένες βιτρίνες και μια γειτονιά που παλεύει. Μέσα, ο χρόνος έμεινε ίδιος.
Δύο γενιές, μία παράδοση
Το 2010, μέσα στην οικονομική κρίση, η σκυτάλη πέρασε στη δεύτερη γενιά. Ο Σωτήρης Παπαθεοδώρου, γιος του Λύσανδρου, με σπουδές Οικονομικών και μεταπτυχιακό στην Παγκόσμια Χρηματοοικονομική Διοίκηση, άφησε μια κατασκευαστική εταιρεία και ανέλαβε το μπαρ τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς, με τη βοήθεια του ξαδέρφου του Νίκου Παπαθεοδώρου.
Δεν ήταν αυτονόητο ότι το μαγαζί θα επιβίωνε. Στην αρχή της κρίσης, λόγω και της ηλικίας των ιδιοκτητών, είχε μπει πωλητήριο· κάποιοι υποψήφιοι αγοραστές ήθελαν να το μετατρέψουν σε κάτι εντελώς διαφορετικό, χωρίς σεβασμό στην ιστορία του. Το πωλητήριο ανακλήθηκε και ο Σωτήρης μπήκε στη δουλειά. Όταν αργότερα το υπουργείο Πολιτισμού πρότεινε να χαρακτηριστεί το μπαρ διατηρητέο, η οικογένεια το αντιμετώπισε με επιφύλαξη: το συντηρεί από αγάπη και μεράκι, μόνη της, εδώ και δεκαετίες.
Ο Θεόδωρος Παπαθεοδώρου έφυγε από τη ζωή στις 18 Απριλίου 2019, «πλήρης ημερών». Ο Λύσανδρος έφυγε στις 10 Οκτωβρίου 2022. Το μπαρ τους όμως στέκει ακόμα εκεί, στο νούμερο 136.
Ένα μπαρ που συνδέει γενιές
Σήμερα, στα τραπεζάκια κάτω από τα ψάθινα φωτιστικά κάθονται νέοι που τους έστειλαν οι γονείς ή οι παππούδες τους — «εδώ ερχόμασταν όταν ήμασταν νέοι κι ερωτευμένοι». Έχει τύχει, λένε, νεαρός να ζητήσει να καθίσει ακριβώς στο τραπέζι όπου βγήκαν για πρώτη φορά ραντεβού οι γονείς του.
Ένα χαρακτηριστικό που προκαλεί συζητήσεις: από το άνοιγμά του, δεν έχει δουλέψει ποτέ γυναίκα πίσω από τη μπάρα. Η οικογένεια το εξηγεί όχι ως σεξισμό, αλλά ως μέτρο «τάξης» — ώστε ο κόσμος να μην έρχεται «για τις γυναίκες» και να μην τις ενοχλεί· γι’ αυτό, λένε, και πολλές γυναικοπαρέες νιώθουν άνετα να έρθουν μόνες τους. Με μια δόση χιούμορ, ο Σωτήρης αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η ανατροπή να έρθει όταν το μαγαζί κλείσει τα 100 του χρόνια και το αναλάβει η κόρη του.
Φεύγοντας, οι θαμώνες αποχαιρετιούνται όπως επιβάλλει το όνομα του μαγαζιού: οι φίλοι λένε πάντα au revoir, ποτέ αντίο.
