Η στεγαστική κρίση στην Αθήνα δεν οφείλεται μόνο στην αύξηση των ενοικίων ή στις υψηλές τιμές πώλησης. Συνδέεται και με ένα βαθύτερο πρόβλημα: τη μεγάλη ηλικία των κατοικιών και τη δυσκολία αξιοποίησης του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος.
Σύμφωνα με τη νέα μελέτη The Greek Real Estate Market της PwC, που παρουσιάστηκε στις 15 Οκτωβρίου 2026, περισσότερο από το 53% των κατοικιών στην Ελλάδα έχει κατασκευαστεί πριν από το 1980.
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο, καθώς μεγάλο μέρος των ελληνικών κατοικιών έχει πλέον ηλικία άνω των 45 ετών.
Την ίδια στιγμή, περίπου μία στις τρεις κατοικίες καταγράφεται ως μη κατοικούμενη, ενώ οι επενδύσεις σε νέες κατοικίες παραμένουν χαμηλές σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Πάνω από το 53% των κατοικιών είναι παλαιότερες των 45 ετών
Η ηλικία των κατοικιών αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα και το κόστος στέγασης.
Πολλές πολυκατοικίες της Αθήνας κατασκευάστηκαν κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, όταν οι απαιτήσεις για ενεργειακή απόδοση, θερμομόνωση και τεχνικές εγκαταστάσεις ήταν διαφορετικές από τις σημερινές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα παλαιά κτίρια είναι απαραίτητα ακατάλληλα ή μη ασφαλή.
Σημαίνει, όμως, ότι ενδέχεται να χρειάζονται εργασίες αναβάθμισης, από την αντικατάσταση κουφωμάτων και τη βελτίωση της μόνωσης μέχρι την ανανέωση ηλεκτρολογικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων.
Το κόστος αυτών των παρεμβάσεων μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο για τους ιδιοκτήτες.
Γιατί υπάρχουν τόσα μη κατοικούμενα σπίτια;
Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα της μελέτης είναι ότι περίπου το ένα τρίτο των κατοικιών στην Ελλάδα καταγράφεται ως μη κατοικούμενο.
Ωστόσο, μη κατοικούμενη κατοικία δεν σημαίνει απαραίτητα κενό σπίτι διαθέσιμο προς ενοικίαση.
Στην κατηγορία περιλαμβάνονται ακίνητα διαφορετικών χρήσεων, όπως εξοχικές και δευτερεύουσες κατοικίες, αλλά και σπίτια που παραμένουν εκτός χρήσης για διάφορους λόγους.
Ορισμένα μπορεί να χρειάζονται εκτεταμένη ανακαίνιση, ενώ άλλα ενδέχεται να αντιμετωπίζουν ιδιοκτησιακές ή πολεοδομικές εκκρεμότητες.
Επομένως, η ύπαρξη μεγάλου αριθμού μη κατοικούμενων κατοικιών δεν σημαίνει ότι αυτές μπορούν να επιστρέψουν άμεσα στην αγορά.
Οι επενδύσεις σε κατοικίες παραμένουν χαμηλές
Η PwC αναδεικνύει και το πρόβλημα των περιορισμένων επενδύσεων.
Το 2025, οι επενδύσεις σε κατοικίες στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν στο 3,1% του ΑΕΠ, έναντι 6,3% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η διαφορά των 3,2 ποσοστιαίων μονάδων δείχνει πόσο περιορισμένη παραμένει η επενδυτική δραστηριότητα στον συγκεκριμένο τομέα.
Παράλληλα, η εταιρεία υπολογίζει σωρευτικό επενδυτικό κενό περίπου 140 δισ. ευρώ έως το 2025, με βάση τη μεθοδολογία και την ιστορική περίοδο σύγκρισης που χρησιμοποιεί.
Το ποσό αποτελεί οικονομική εκτίμηση και όχι χρηματοδότηση που έχει εγκριθεί για νέα στεγαστικά έργα.
Τι σημαίνει για τους ιδιοκτήτες στην Αθήνα
Για έναν ιδιοκτήτη παλαιού διαμερίσματος, το σημαντικότερο ερώτημα είναι εάν το ακίνητο μπορεί να αναβαθμιστεί με οικονομικά βιώσιμο τρόπο.
Πριν από την ανακαίνιση χρειάζεται να εξεταστούν η κατάσταση του κτιρίου, οι αναγκαίες εργασίες, η ενεργειακή του απόδοση και τυχόν πολεοδομικές εκκρεμότητες.
Μια ανακαίνιση μπορεί να βελτιώσει τη λειτουργικότητα και την εμπορική ελκυστικότητα μιας κατοικίας, χωρίς όμως να εγγυάται συγκεκριμένη αύξηση της αξίας ή του ενοικίου της.
Τι πρέπει να προσέχουν οι ενοικιαστές
Για τους ενοικιαστές, η ηλικία ενός ακινήτου δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο από την εξωτερική εμφάνιση.
Ένα παλαιότερο διαμέρισμα μπορεί να προσφέρεται με χαμηλότερο ενοίκιο, αλλά να συνεπάγεται υψηλότερες δαπάνες θέρμανσης και ψύξης.
Γι’ αυτό, πριν από την υπογραφή μισθωτηρίου, είναι χρήσιμο να εξετάζονται το Πιστοποιητικό Ενεργειακής Απόδοσης, η κατάσταση των κουφωμάτων, το σύστημα θέρμανσης και τα κοινόχρηστα έξοδα.
Πηγές:
- PwC – Επίσημη ιστοσελίδα και μελέτες
- PwC – Αναλυτική έκθεση για την ελληνική κατοικία (PDF)
- ΕΛΣΤΑΤ – Απογραφή Πληθυσμού και Κατοικιών 2021
