Σε έναν δρόμο του Μετς, πίσω από την κίνηση της λεωφόρου Βουλιαγμένης και δίπλα στο Α΄ Νεκροταφείο, εξακολουθεί να ακούγεται ένας ήχος που κάποτε ήταν γνώριμος σε πολλά αθηναϊκά εργαστήρια: το καλέμι πάνω στο μάρμαρο. Στην Αναπαύσεως 30 βρίσκεται το Atelier Γεωργίου. Εκεί εργάζονται ο Αλέξανδρος και ο Θανάσης Γεωργίου, τρίτη γενιά μαρμαρογλυπτών και απόφοιτοι της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Συνεχίζουν το εργαστήριο του πατέρα τους, γλύπτη Νίκου Γεωργίου, διατηρώντας μια οικογενειακή τεχνική παράδοση που επιβιώνει μέσα στην Αθήνα.
Ένα παλιό επάγγελμα βρίσκει νέο κοινό
Η μαρμαρογλυπτική απαιτεί χρόνο, ακρίβεια και επίμονη χειρωνακτική εργασία. Οι τεχνίτες που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν παραδοσιακά εργαλεία λιγοστεύουν, καθώς η γνώση δύσκολα μεταδίδεται χωρίς καθημερινή μαθητεία δίπλα στον πάγκο.
Τα δύο αδέλφια, όμως, δεν περιορίστηκαν στη διατήρηση του εργαστηρίου. Άνοιξαν τις πόρτες του σε επισκέπτες, φοιτητές και ανθρώπους που θέλουν να γνωρίσουν τη διαδικασία από κοντά. Στα εργαστήρια μαρμαρογλυπτικής, οι συμμετέχοντες πιάνουν σφυρί και καλέμι, χαράζουν το δικό τους κομμάτι και έρχονται σε επαφή με μια τέχνη που συνήθως παραμένει αθέατη. Αυτή η εξωστρέφεια έφερε στο εργαστήριο ένα νέο, διεθνές κοινό. Οι εικόνες από τη διαδικασία ταξιδεύουν πλέον μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, μετατρέποντας μια παλιά αθηναϊκή τέχνη σε σύγχρονη αστική εμπειρία.

Η παράδοση ως ζωντανή δουλειά
Το ενδιαφέρον της ιστορίας δεν βρίσκεται μόνο στη συνέχεια τριών γενεών. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ένα παραδοσιακό εργαστήριο προσαρμόζεται χωρίς να χάνει την ταυτότητά του. Το σφυρί και το καλέμι παραμένουν. Η γνώση του υλικού παραμένει. Αυτό που αλλάζει είναι η σχέση του εργαστηρίου με την πόλη: από κλειστός χώρος παραγωγής γίνεται τόπος συνάντησης, μάθησης και γνωριμίας με τη χειρωνακτική δημιουργία.
Σε μια Αθήνα όπου τα μικρά τεχνικά εργαστήρια υποχωρούν, το Atelier Γεωργίου δείχνει ότι ένα παλιό επάγγελμα μπορεί να αποκτήσει μέλλον όταν η εμπειρία του ανοίγεται στους ανθρώπους. Δεν αντιμετωπίζει την παράδοση σαν έκθεμα. Την κρατά πάνω στον πάγκο, ανάμεσα στη σκόνη του μαρμάρου και στα εργαλεία που συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται. Και αυτή ίσως είναι η ουσιαστικότερη επιτυχία του: δεν διασώζει απλώς τη μνήμη μιας τέχνης. Εξακολουθεί να την ασκεί.
