Η αγορά κατοικιών υψηλής αξίας στην Ελλάδα δεν δείχνει σημάδια κόπωσης. Παρά τη μεγάλη άνοδο των τιμών τα τελευταία χρόνια, οι διεθνείς αγοραστές συνεχίζουν να τοποθετούνται σε ακριβά ακίνητα, αντιμετωπίζοντας πλέον τη χώρα όχι ως μια ευκαιριακή, βραχυπρόθεσμη επένδυση, αλλά ως μια ώριμη αγορά με προοπτική.
Πού «πέφτει» το χρήμα
Το επενδυτικό ενδιαφέρον δεν είναι διάχυτο· συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένες περιοχές-«φιλέτα». Στην κορυφή των προτιμήσεων βρίσκονται η Αθηναϊκή Ριβιέρα και τα Νότια Προάστια, επιλεγμένα σημεία του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, η Κηφισιά, καθώς και ορισμένοι από τους πιο περιζήτητους νησιωτικούς προορισμούς.
Ένα στοιχείο που, σύμφωνα με στελέχη του κλάδου, κάνει αυτό το κομμάτι της αγοράς ιδιαίτερα ανθεκτικό είναι η μικρή του εξάρτηση από τα δάνεια. Όπως εξηγεί η Κορίνα Σαΐα, Διευθύνουσα Σύμβουλος της Premier Realty, οι αγοραπωλησίες ακινήτων αξίας άνω του 1 εκατ. ευρώ γίνονται κατά κανόνα με ίδια κεφάλαια. Αυτό σημαίνει ότι οι μεταβολές στα επιτόκια ή οι αυστηρότερες συνθήκες δανεισμού δεν επηρεάζουν ουσιαστικά τη ζήτηση.
Τι δείχνουν τα στοιχεία της ΤτΕ
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από τα δεδομένα της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι εκταμιεύσεις νέων στεγαστικών δανείων ανέβηκαν αισθητά το 2025, φτάνοντας τα 2 δισ. ευρώ από 1,3 δισ. ευρώ το 2024 — παραμένουν, ωστόσο, χαμηλές αν συγκριθούν με το συνολικό μέγεθος της αγοράς ακινήτων.
Πιο καθοριστικός παράγοντας μοιάζει να είναι η σταθερή εισροή ξένων κεφαλαίων. Σύμφωνα με την ΤτΕ, την περίοδο 2018–2025 οι ξένες άμεσες επενδύσεις σε ακίνητα κινήθηκαν κατά μέσο όρο στα 1,6 δισ. ευρώ ετησίως. Το μέγεθος γίνεται εντυπωσιακό αν συγκριθεί με τη δεκαετία 2008–2017, όταν ο αντίστοιχος ετήσιος μέσος όρος δεν ξεπερνούσε τα 170 εκατ. ευρώ περίπου. Αυτή η πολυετής εισροή, εκτιμά η Premier Realty, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί οι τιμές των ποιοτικών ακινήτων αντέχουν.
Η Ελλάδα ως «ασφαλές καταφύγιο»
Για μερίδα διεθνών επενδυτών, η ελληνική αγορά premium ακινήτων έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά «ασφαλούς καταφυγίου». Ο συνδυασμός υψηλής ποιότητας ζωής, πολιτικής σταθερότητας και τιμών που εξακολουθούν να θεωρούνται προσιτές σε σύγκριση με άλλες ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές αγορές λειτουργεί ως πόλος έλξης.
Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική: απέναντι σε αγορές όπως το Μονακό, το Λονδίνο, το Μιλάνο ή το Σεν Τροπέ, τα ελληνικά ακίνητα συνεχίζουν να προσφέρουν ανταγωνιστικές επιλογές. Παράλληλα, η άνοδος των τιμών στα διαμερίσματα παραμένει υψηλότερη από τον πληθωρισμό, κάτι που τροφοδοτεί προσδοκίες για μελλοντικές υπεραξίες και κρατάει ζωντανό το ενδιαφέρον.
Ο ρόλος της νέας Golden Visa
Σημαντική ώθηση προς τα ακριβότερα ακίνητα έδωσε και η αναθεώρηση του προγράμματος Golden Visa. Η αύξηση του ελάχιστου ορίου επένδυσης στις 800.000 ευρώ για τις περιοχές υψηλής ζήτησης μετατόπισε ακόμη περισσότερο το βάρος προς τα ακίνητα μεγάλης αξίας, αλλάζοντας τη φυσιογνωμία της αγοράς.
Ζήτηση πάνω, προσφορά κάτω
Την ίδια στιγμή, η προσφορά συρρικνώνεται. Τα στοιχεία της ΤτΕ δείχνουν επιβράδυνση της οικοδομικής δραστηριότητας το 2025: ο αριθμός των οικοδομικών αδειών υποχώρησε κατά 2,4%, η επιφάνεια κατά 9,4% και ο όγκος κατά 2,4%. Στη μειωμένη προσφορά συνέβαλε και η αβεβαιότητα που είχε προηγηθεί γύρω από τον Νέο Οικοδομικό Κανονισμό.
Η ψαλίδα ανάμεσα σε ισχυρή ζήτηση και περιορισμένη προσφορά ευνοεί τα ποιοτικά ακίνητα. Το ενδιαφέρον στρέφεται ολοένα και περισσότερο σε νεόδμητες κατοικίες υψηλών προδιαγραφών, ενεργειακά αποδοτικά κτίρια και έργα με αναβαθμισμένες υπηρεσίες και υποδομές — προϊόντα που, λόγω σπανιότητας, αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη αξία.
Περιθώρια για συνέχεια
Παρά τη μεγάλη άνοδο, η εκτίμηση από την πλευρά της αγοράς είναι ότι υπάρχουν ακόμη περιθώρια ανάπτυξης. Η σταθερή παρουσία ξένων κεφαλαίων, η έλλειψη νέων ποιοτικών ακινήτων και η διαρκής αναβάθμιση των περιοχών υψηλού ενδιαφέροντος συνθέτουν, σύμφωνα με την Κορίνα Σαΐα, ένα περιβάλλον που μπορεί να διατηρήσει την ελκυστικότητα του κλάδου και τα επόμενα χρόνια.
Με στοιχεία από δημοσίευμα του ΟΤ.
