Μια υπόθεση που φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της διαφθοράς στις δημόσιες συγκοινωνίες έρχεται στο φως, ύστερα από καταγγελία επιβάτη του μετρό. Στο επίκεντρο, ελεγκτής κομίστρου της ΣΤΑΣΥ, ο οποίος φέρεται να μετέτρεψε τον έλεγχο εισιτηρίων σε προσωπική «επιχείρηση».
Πώς λειτουργούσε το «κόλπο»
Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, ο ελεγκτής εντόπιζε επιβάτες χωρίς εισιτήριο και, αντί να ακολουθήσει την κανονική διαδικασία, τους τραβούσε στην άκρη — μακριά από τα υπόλοιπα μέλη του κλιμακίου ελέγχου. Εκεί τους έκανε μια ξεκάθαρη πρόταση: αντί για το πρόστιμο, να του δώσουν 20 ευρώ «στο χέρι».
Η αριθμητική έπειθε τους περισσότερους. Με το επίσημο πρόστιμο να αγγίζει πλέον τα 100 ευρώ, το ποσό των 20 ευρώ έμοιαζε «βολικός συμβιβασμός» για όποιον είχε ξεχάσει ή αμελήσει να ακυρώσει εισιτήριο. Αφού εισέπραττε τα χρήματα, ο ελεγκτής χρησιμοποιούσε τη δική του υπηρεσιακή κάρτα για να ανοίξει τις μπάρες, ώστε ο επιβάτης να συνεχίσει κανονικά τη διαδρομή του χωρίς ίχνος κλήσης.
Το πιο κρίσιμο στοιχείο της υπόθεσης: η συμπεριφορά αυτή φέρεται να αποτυπώθηκε σε κάμερες ασφαλείας, γεγονός που μετατρέπει την προφορική καταγγελία σε υλικό με αποδεικτική βαρύτητα.
Η δημόσια καταγγελία
Το περιστατικό έφερε στη δημοσιότητα ο Σπύρος Ρεβύθης, εκπρόσωπος των εργαζομένων στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΣΤΑΣΥ, σε τηλεοπτική του παρέμβαση. Όπως ανέφερε, όλα ξεκίνησαν από έναν πολίτη που, αντί να πληρώσει το πρόστιμο, βρέθηκε αντιμέτωπος με την «οικονομική προσφορά» του ελεγκτή και αποφάσισε να μιλήσει.
Στην ίδια τοποθέτηση, ο συνδικαλιστής άφησε αιχμές και για το παρελθόν του υπαλλήλου, υποστηρίζοντας ότι πριν την επίμαχη περίοδο είχε υπηρετήσει αποσπασμένος σε πολιτικό γραφείο ευρωβουλευτή.
Η «προαγωγή» που προκαλεί ερωτήματα
Το σημείο που προκάλεσε τη μεγαλύτερη αντίδραση δεν είναι μόνο η ίδια η πράξη, αλλά η εξέλιξη που ακολούθησε. Σύμφωνα με την πλευρά των εργαζομένων, ο ελεγκτής όχι μόνο δεν τιμωρήθηκε ουσιαστικά, αλλά μετακινήθηκε στη θέση του σταθμάρχη — μια εξέλιξη που χαρακτηρίστηκε ως «προαγωγή», ενώ οι έρευνες για την υπόθεσή του παραμένουν σε εξέλιξη.
Η διοίκηση των Σταθερών Συγκοινωνιών απορρίπτει αυτή την ανάγνωση. Όπως υποστηρίζει, η αλλαγή θέσης δεν συνιστά προαγωγή, αλλά μεταβολή ειδικότητας που έγινε σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Τι απαντά η ΣΤΑΣΥ
Με ανακοίνωσή της, η εταιρεία επιχειρεί να δώσει το δικό της πλαίσιο στην υπόθεση. Όπως αναφέρει, μόλις υποβλήθηκε η καταγγελία κινήθηκαν άμεσα οι θεσμικές διαδικασίες: εσωτερική έρευνα, πειθαρχική διαδικασία και κλήση σε απολογία. Στον υπάλληλο επιβλήθηκε προσωρινή παύση καθηκόντων, ενώ η υπόθεση διαβιβάστηκε στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας και ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη.
Μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ο εργαζόμενος επέστρεψε στην εταιρεία με αλλαγμένη ειδικότητα. Τοποθετήθηκε αρχικά σε θέση θυρωρού και στη συνέχεια ανέλαβε καθήκοντα σταθμάρχη, αφού — σύμφωνα πάντα με τη ΣΤΑΣΥ — συμμετείχε σε εσωτερική προκήρυξη και ολοκλήρωσε τη σχετική εκπαίδευση. Η εταιρεία τονίζει ότι η θέση του σταθμάρχη δεν περιλαμβάνει διαχείριση ή είσπραξη χρημάτων.
Κλείνοντας, η ΣΤΑΣΥ υπογραμμίζει ότι κάθε καταγγελία αντιμετωπίζεται με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και με σεβασμό στο τεκμήριο της αθωότητας.
Το ευρύτερο διακύβευμα
Πέρα από την τύχη του συγκεκριμένου υπαλλήλου, η υπόθεση αναδεικνύει ένα διαρκές ερώτημα για τα μέσα μαζικής μεταφοράς: πόσο θωρακισμένο είναι το σύστημα ελέγχου απέναντι σε φαινόμενα κατάχρησης από τους ίδιους που υποτίθεται ότι το εφαρμόζουν. Η εξέλιξη της δικαστικής διαδικασίας αναμένεται να δείξει αν η καταγγελία θα μετατραπεί σε καταδίκη — και αν η αντίδραση του φορέα ήταν επαρκής.

