Πίσω από μια βαριά μαύρη πόρτα στην οδό Πολυφήμου, στα Πετράλωνα ακούγεται ο μεταλλικός ρυθμός μιας παλιάς μηχανής. Καρούλια περιστρέφονται, πολύχρωμες κλωστές τεντώνονται και συναντιούνται, ενώ κορδόνια και τρέσες σχηματίζονται αργά, σχεδόν υπνωτιστικά. Σε συρτάρια και προθήκες βρίσκονται φούντες, κρόσσια, σιρίτια και γαλόνια — μικρά αντικείμενα που κουβαλούν επάνω τους ένα μεγάλο κομμάτι της νεότερης ελληνικής αισθητικής.
Εδώ στεγάζεται σήμερα η Νηματουργία Μέντης–Αντωνόπουλος, το ΝΗ.Μ.Α., παράρτημα του Μουσείου Μπενάκη. Δεν είναι, όμως, ένα συνηθισμένο μουσείο. Οι μηχανές δεν στέκονται σιωπηλές ως κατάλοιπα μιας χαμένης βιομηχανικής εποχής. Εξακολουθούν να λειτουργούν. Η παλιά γνώση δεν έχει κλειστεί οριστικά σε μια προθήκη· κινείται ακόμη ανάμεσα στα γρανάζια και περνά μέσα από τα χέρια των ανθρώπων που γνωρίζουν πώς να την κρατούν ζωντανή.
Μια ιστορία που ξεκίνησε το 1867
Η διαδρομή της οικογένειας Μέντη αρχίζει το 1867, όταν ο πρόγονός της ξεκίνησε ως νηματοποιός στο Ναύπλιο, πριν η δραστηριότητα μεταφερθεί στην Αθήνα. Με το πέρασμα των χρόνων, η επιχείρηση εγκαταστάθηκε σε διαφορετικά σημεία του εμπορικού κέντρου και συνδέθηκε στενά με μια πόλη που μεγάλωνε, ντυνόταν και αναζητούσε τη δική της αστική ταυτότητα.
Στην οδό Κηρυκείου, κοντά στην Αρχαία Αγορά, η παραγωγή γινόταν αρχικά με το χέρι, τον αργαλειό και τη ρόδα. Σύμφωνα με την οικογενειακή μαρτυρία που έχει καταγραφεί από τη LiFO, στο εργαστήριο απασχολούνταν τότε δεκάδες εργαζόμενοι, στην πλειονότητά τους γυναίκες. Ένα παλιό πηγάδι της περιοχής χρησιμοποιούνταν ακόμη και για τις ανάγκες της βαφής.
Αργότερα, ο Μέντης απέκτησε καταστήματα σε κεντρικούς εμπορικούς δρόμους. Στην Ευαγγελιστρίας, όταν το στενόμακρο κατάστημα δεν επαρκούσε, οι εργάτριες έβγαζαν τα νήματα έξω και έστριβαν τα κορδόνια στον δρόμο. Για λίγες στιγμές, η ίδια η Αθήνα γινόταν προέκταση του εργαστηρίου: η παραγωγή έβγαινε στο πεζοδρόμιο και το καθημερινό πλήθος περνούσε ανάμεσα σε κλωστές που τεντώνονταν κάτω από το φως. Δεν ήταν απλώς μία οικογενειακή επιχείρηση. Ήταν μέρος μιας ολόκληρης αλυσίδας επαγγελμάτων που κάποτε κατοικούσαν στο κέντρο: υφασματέμποροι, ράφτες, κεντήστρες, πιλοποιοί, υποδηματοποιοί, βαφείς και τεχνίτες. Άνθρωποι που δεν πουλούσαν μόνο ένα έτοιμο αντικείμενο, αλλά γνώριζαν την πρώτη ύλη, το εργαλείο και κάθε στάδιο της κατασκευής.
Οι λεπτομέρειες που έντυσαν μια ολόκληρη χώρα
Τα προϊόντα του Μέντη μπορεί να ήταν μικρά σε μέγεθος, όμως ταξίδεψαν πολύ. Μεταξωτές φούντες, κορδόνια, κρόσσια, γαλόνια και τρέσες χρησιμοποιήθηκαν σε θεατρικά κοστούμια, εκκλησιαστικά άμφια, στρατιωτικές στολές και παραδοσιακές φορεσιές. Έφτασαν σε επίσημα κτίρια, σε σκηνές θεάτρων, σε εργαστήρια σχεδιαστών και σε οίκους μόδας στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Η Αρχαιολογία Online καταγράφει ότι η επιχείρηση λειτούργησε από το 1867 έως το 2011, αφήνοντας πίσω της περισσότερο από έναν αιώνα παραγωγής.
Αυτά τα αντικείμενα βρίσκονταν συνήθως στην άκρη ενός ρούχου ή μιας κουρτίνας. Ήταν η λεπτομέρεια που πολλοί έβλεπαν χωρίς να αναρωτιούνται ποιος την είχε κατασκευάσει. Πίσω της, όμως, υπήρχαν υπολογισμοί, επιλογές υλικών, συνδυασμοί χρωμάτων και κινήσεις που έπρεπε να επαναλαμβάνονται με ακρίβεια. Η τέχνη της passementerie —της κατασκευής περίτεχνων κλώστινων διακοσμητικών— δεν μαθαίνεται αποκλειστικά από εγχειρίδια. Ένα μέρος της γνώσης περνά με την παρατήρηση: από τον τρόπο με τον οποίο κρατιέται το νήμα και ρυθμίζεται η τάση του μέχρι τον ήχο που προειδοποιεί ότι κάποιος μηχανισμός δεν λειτουργεί σωστά.
Στην ακμή της, γύρω στη δεκαετία του 1970, η παραγωγή είχε μεταφερθεί σε μεγάλη μονάδα στην Καλλιθέα και η επιχείρηση απασχολούσε, σύμφωνα με τις καταγεγραμμένες οικογενειακές μαρτυρίες, περισσότερους από 200 εργαζομένους. Ο συνεχής βόμβος των μηχανών αποτελούσε τη μουσική μιας άλλης Αθήνας — μιας πόλης στην οποία η βιοτεχνία δεν είχε ακόμη απομακρυνθεί από την καθημερινή ζωή.

Όταν οι μηχανές άρχισαν να σιωπούν
Οι μόδες άλλαξαν. Τα φθηνά, μαζικά παραγόμενα διακοσμητικά κατέκλυσαν την αγορά. Η εγχώρια κλωστοϋφαντουργία υποχώρησε και μαζί της περιορίστηκαν οι προμηθευτές, οι τεχνίτες και τα εξειδικευμένα εργαστήρια. Λίγο πριν από το τέλος, η επιχείρηση είχε απομείνει με επτά εργαζομένους, τρεις από τους οποίους ανήκαν στην οικογένεια. Το 2011 ο Μέντης κατέβασε τα ρολά. Θα μπορούσε να είναι το συνηθισμένο τέλος μιας παλιάς αθηναϊκής επιχείρησης: ένα άδειο κατάστημα, εξοπλισμός που πωλείται ως παλιοσίδερα και κιβώτια με υλικά που διασκορπίζονται χωρίς να καταγραφούν ποτέ. Μαζί τους θα χανόταν όχι μόνο ένα εμπορικό όνομα, αλλά και η δυνατότητα να κατανοήσουμε πώς είχαν κατασκευαστεί χιλιάδες αντικείμενα της καθημερινής και επίσημης ζωής.
Αυτή τη φορά, όμως, η ιστορία πήρε διαφορετική τροπή. Η εθνολόγος Βιργινία Ματσέλη αντιλήφθηκε την αξία του συνόλου την ώρα που η βιοτεχνία έκλεινε. Με τη δωρεά του εξοπλισμού και του αποθέματος από τον Σπύρο και τη Μαρίνα Μέντη, τη συμβολή ιδιωτικής χορηγίας και την αποδοχή της συλλογής από το Μουσείο Μπενάκη, ο χώρος της Πολυφήμου ανακατασκευάστηκε. Οι μηχανές συντηρήθηκαν και τέθηκαν ξανά σε λειτουργία. Το 2012 γεννήθηκε η «Δωρεά Μέντη» — όχι ως μνημόσυνο μιας επιχείρησης που έκλεισε, αλλά ως ζωντανό εργαστήριο-μουσείο.
Μια καρουλίστρα του 1915 και η μνήμη των χεριών
Ανάμεσα στα μηχανήματα βρίσκεται μια γαλλικής κατασκευής καρουλίστρα του 1915 με ιταλικό κινητήρα. Είχε χρησιμοποιηθεί για την επεξεργασία ωμής μεταξωτής κλωστής και συνδέεται με την Προύσα, ένα από τα σημαντικότερα υφαντουργικά κέντρα της Μικράς Ασίας. Το μηχάνημα είναι εντυπωσιακό. Περισσότερο ενδιαφέρουσα, όμως, είναι η γνώση που απαιτείται για να ξανακινηθεί σωστά. Ένα εργαλείο δεν διασώζεται πραγματικά μόνο επειδή καθαρίστηκε και τοποθετήθηκε σε μια αίθουσα. Διασώζεται όταν υπάρχει κάποιος που ξέρει γιατί φτιάχτηκε, πώς ρυθμίζεται, τι ήχο πρέπει να κάνει και τι μπορεί ακόμη να δημιουργήσει.
Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστικότερη διαφορά του ΝΗ.Μ.Α. από μια στατική βιομηχανική συλλογή. Σκοπός του είναι η διατήρηση και η μετάδοση τεχνικών που σχετίζονται με τη νηματουργία, την ταινιοπλεκτική, την ύφανση και το κέντημα. Το παρελθόν δεν παρουσιάζεται ως κλειστό κεφάλαιο, αλλά ως διαθέσιμη πρώτη ύλη για νέες εφαρμογές. Για έναν νέο σχεδιαστή, μια παλιά τρέσα μπορεί να γίνει στοιχείο ενός σύγχρονου ενδύματος. Για έναν σκηνογράφο, ένα χειροποίητο κορδόνι μπορεί να αποκαταστήσει με ακρίβεια ένα κοστούμι εποχής. Για έναν καλλιτέχνη, τα νήματα μπορούν να αποκτήσουν μια χρήση που οι αρχικοί τεχνίτες τους δεν είχαν φανταστεί.
Από τη βιοτεχνία στο σύγχρονο design
Η ιστορία του Μέντη δεν αφορά μόνο όσα χάθηκαν. Αφορά και όσα μπορούμε ακόμη να επαναφέρουμε στη ζωή. Τα τελευταία χρόνια επιστρέφει διεθνώς το ενδιαφέρον για τη χειροτεχνία, τα ανθεκτικά αντικείμενα, την τοπική παραγωγή και τη δυνατότητα να γνωρίζουμε ποιος έφτιαξε αυτό που αγοράζουμε. Η επιστροφή αυτή δεν ακυρώνει τη σύγχρονη τεχνολογία. Μπορεί, αντίθετα, να τη συμπληρώσει: οι νέες μέθοδοι σχεδιασμού μπορούν να συναντήσουν τεχνικές αιώνων, χωρίς να τις μετατρέπουν σε επιφανειακή διακόσμηση.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν τέτοια εργαστήρια θα παραμείνουν απλώς γοητευτικές εξαιρέσεις ή εάν μπορούν να γίνουν χώροι παραγωγής, εκπαίδευσης και συνεργασίας. Για να επιβιώσει μια τεχνική, δεν αρκεί να την επισκεπτόμαστε με νοσταλγία. Χρειάζεται να βρει ανθρώπους που θα τη μάθουν, δημιουργούς που θα τη χρησιμοποιήσουν και ένα κοινό που θα αναγνωρίζει την αξία του χρόνου που κρύβεται μέσα σε ένα χειροποίητο αντικείμενο. Το πραγματικό «Made in Athens» ίσως να μη βρίσκεται σε ένα λογότυπο. Βρίσκεται στη συνέχεια: σε ένα εργαλείο που δεν πετάχτηκε, σε έναν τεχνίτη που πρόλαβε να δείξει την κίνησή του σε κάποιον νεότερο, σε μια παλιά μηχανή που χρησιμοποιείται για να παραχθεί κάτι καινούργιο.

Η κλωστή που δεν κόπηκε
Υπάρχουν επιχειρήσεις που αφήνουν πίσω τους ένα όνομα. Άλλες αφήνουν ένα κτίριο, μερικές φωτογραφίες ή μια ξεθωριασμένη επιγραφή. Ο Μέντης άφησε κάτι δυσκολότερο να διασωθεί: έναν τρόπο να δουλεύουν τα χέρια. Κάθε κρόσσι και κάθε μεταξωτό κορδόνι που κατασκευάζεται σήμερα στην Πολυφήμου κουβαλά λίγο από τον θόρυβο του παλιού εργοστασίου, από τις εργάτριες που άπλωναν τα νήματα στον δρόμο, από τα καταστήματα της εμπορικής Αθήνας και από τα κοστούμια που ανέβηκαν σε σκηνές χωρίς το κοινό να γνωρίζει ποιος είχε φτιάξει την τελευταία τους λεπτομέρεια.
Η πόλη αλλάζει διαρκώς και δεν μπορεί —ούτε χρειάζεται— να διατηρήσει τα πάντα ανέπαφα. Μπορεί, όμως, να αποφασίσει ποια γνώση αξίζει να ταξιδέψει μαζί της. Στα Πετράλωνα, μια λεπτή μεταξωτή κλωστή συνεχίζει να ξετυλίγεται από ένα παλιό καρούλι. Περνά ανάμεσα από γρανάζια, διασταυρώνεται με άλλες κλωστές και γίνεται κάτι νέο. Είναι εύθραυστη, αλλά δεν έχει κοπεί. Και επάνω της μοιάζει να ισορροπεί ένα μικρό, πολύχρωμο κομμάτι της μνήμης της Αθήνας.
