Στην Αγίας Ζώνης ο καφές γίνεται πρώτα αντιληπτός από τη μυρωδιά του. Πριν δει κανείς την επιγραφή, πριν προσέξει τη βιτρίνα ή ακούσει τον ήχο της μηχανής, το άρωμα του φρεσκοκαβουρδισμένου χαρμανιού έχει ήδη βγει στον πεζόδρομο. Ανακατεύεται με τις κουβέντες των περαστικών, φτάνει μέχρι τα τραπεζάκια των νεότερων μαγαζιών και θυμίζει ότι εδώ η Κυψέλη δεν αποτελεί απλώς ένα σκηνικό της παλιάς Αθήνας. Εξακολουθεί να δουλεύει.
Στον αριθμό 32 βρίσκεται ο «Άσσος», ένα από τα παλιά καφεκοπτεία της πόλης, όπου ο καφές εξακολουθεί να καβουρδίζεται. Πίσω από τον πάγκο βρίσκεται ο Πέτρος Δεσποτόπουλος, ένας από τους παλαιότερους επαγγελματίες της Αγίας Ζώνης και άνθρωπος που έχει δει τον δρόμο να αλλάζει πολλές φορές, χωρίς το κατάστημά του να χάσει τον βασικό του χαρακτήρα. Η ιστορία του «Άσσου» αρχίζει, σύμφωνα με την αφήγηση του Πέτρου Δεσποτόπουλου, πολύ πριν αποκτήσει η Αγίας Ζώνης τη σημερινή της μορφή. Το πρώτο κατάστημα άνοιξε στην Ομόνοια το 1914, σε μια Αθήνα τελείως διαφορετική από τη σημερινή.
Το 1961 το καφεκοπτείο εγκαταστάθηκε στην Αγίας Ζώνης. Η Κυψέλη βρισκόταν τότε σε μια περίοδο μεγάλης ανάπτυξης. Οι πολυκατοικίες υψώνονταν, νέοι κάτοικοι εγκαθίσταντο στην περιοχή και τα μικρά καταστήματα της γειτονιάς αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής. Ο καφές δεν αγοραζόταν βιαστικά από ένα ράφι. Ο πελάτης ζητούσε το χαρμάνι του, περίμενε να αλεστεί και αντάλλασσε νέα με τον άνθρωπο πίσω από τον πάγκο. Το καφεκοπτείο ήταν κατάστημα, εργαστήριο και σημείο συνάντησης μαζί. Από τότε ο «Άσσος» παραμένει στο ίδιο σημείο. Γύρω του, όμως, σχεδόν όλα έχουν αλλάξει.
Όταν η Αγίας Ζώνης ήταν ακόμη δρόμος
Ο Πέτρος Δεσποτόπουλος θυμάται την Αγίας Ζώνης πριν μετατραπεί σε πεζόδρομο, όταν ακόμη περνούσαν αυτοκίνητα πάνω από την άσφαλτο. Θυμάται μια γειτονιά γεμάτη μικρούς επαγγελματίες και κατοίκους που γνωρίζονταν μεταξύ τους. Θυμάται επίσης την καλλιτεχνική Κυψέλη. Όπως έχει αφηγηθεί, από το κατάστημα περνούσαν γνωστοί άνθρωποι του θεάτρου και του τραγουδιού που κατοικούσαν στην περιοχή. Η Μπέμπα Μπλανς έμενε στη Λέσβου, ενώ σε κοντινή απόσταση βρίσκονταν σπίτια ανθρώπων όπως η Ρένα Βλαχοπούλου, η Μαίρη Λίντα και η οικογένεια Καλουτά — ονόματα που συνδέθηκαν με την εποχή κατά την οποία η Κυψέλη αποτελούσε μία από τις πιο κοσμοπολίτικες συνοικίες της Αθήνας. Οι αφηγήσεις αυτές χρειάζονται αρχειακή διασταύρωση πριν χρησιμοποιηθούν ως οριστικό ιστορικό τεκμήριο. Έχουν, όμως, τη σημασία μιας ζωντανής προφορικής μνήμης: της ιστορίας όπως την είδε ένας άνθρωπος πίσω από την ίδια βιτρίνα επί δεκαετίες.

Η τέχνη βρίσκεται στο χαρμάνι και στο καβούρδισμα
Σήμερα, όταν η συζήτηση για τον καφέ περιστρέφεται γύρω από ποικιλίες, χώρες προέλευσης, επίπεδα οξύτητας και σύγχρονες μεθόδους εκχύλισης, το παλιό καφεκοπτείο της Αγίας Ζώνης θυμίζει ότι η τεχνική γνώση υπήρχε πολύ πριν γίνει τάση. Στον «Άσσο» οι κόκκοι δεν φτάνουν απλώς έτοιμοι για άλεσμα. Καβουρδίζονται μέσα στο κατάστημα, κοντά στη βιτρίνα, μπροστά στα μάτια των περαστικών.
Για τον Πέτρο Δεσποτόπουλο, η δουλειά κρίνεται σε δύο σημεία: στη σύνθεση του χαρμανιού και στον σωστό χρόνο του καβουρδίσματος. Λίγο περισσότερο ή λίγο λιγότερο στη θερμοκρασία μπορεί να αλλάξει τη γεύση και το άρωμα. Είναι γνώση που δύσκολα περιγράφεται μόνο με γραμμάρια και λεπτά· αποκτάται με την επανάληψη, την παρατήρηση και την εμπειρία. Αυτό είναι που κάνει το κατάστημα κάτι περισσότερο από ένα νοσταλγικό κατάλοιπο. Δεν λειτουργεί ως μικρό μουσείο του καφέ. Παραμένει εργαστήριο.

Ένα λουκούμι όσο περιμένεις
Στις παλιές επιχειρήσεις της γειτονιάς η εξυπηρέτηση δεν τελείωνε με την απόδειξη. Υπήρχαν μικρές χειρονομίες που δημιουργούσαν οικειότητα. Στον «Άσσο», όσο ο πελάτης περιμένει τον καφέ του, μπορεί να εμφανιστεί ένα λουκούμι — κόκκινο τριαντάφυλλο ή λευκή μαστίχα. Μια μικρή προσφορά που δεν έχει ιδιαίτερη οικονομική αξία, αλλά λέει πολλά για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν κάποτε τα καταστήματα της γειτονιάς. Δεν ήταν απρόσωπα σημεία συναλλαγής. Ήταν χώροι όπου ο καταστηματάρχης θυμόταν τι προτιμάς, μάθαινε τα νέα σου και συχνά σε γνώριζε με το μικρό σου όνομα. Αυτή η σχέση είναι ίσως δυσκολότερο να διασωθεί από μια παλιά βιτρίνα ή μια μηχανή καβουρδίσματος.
Η καινούργια Αγίας Ζώνης γύρω από τον «Άσσο»
Τα τελευταία χρόνια η Αγίας Ζώνης έχει αποκτήσει μια διαφορετική ζωή. Νέα καφέ, μπαρ και μικρές επιχειρήσεις άνοιξαν στον πεζόδρομο, φέρνοντας ανθρώπους ακόμη και από μακρινές γειτονιές της Αθήνας. Ο «Άσσος» βρίσκεται πλέον ανάμεσα σε δύο εκδοχές της ίδιας πόλης. Από τη μία, η Κυψέλη των παλιών επαγγελματιών, των καθημερινών αγορών και των σχέσεων που χτίστηκαν αργά, μέσα σε δεκαετίες. Από την άλλη, η σύγχρονη γειτονιά των νέων κατοίκων, των δημιουργικών εγχειρημάτων και της νυχτερινής εξόδου.
Το ενδιαφέρον, όμως, δεν βρίσκεται στην εύκολη αντιπαράθεση ανάμεσα στο «παλιό» και το «καινούργιο». Βρίσκεται στη στιγμή που τα δύο συναντιούνται. Όταν ένας νεότερος επισκέπτης αφήνει το τραπέζι ενός σύγχρονου καφέ και, λίγα μέτρα πιο πέρα, περνά την πόρτα του παλιού καφεκοπτείου. Όταν η μουσική από τα καινούργια μαγαζιά ανακατεύεται με τον ήχο της μηχανής που καβουρδίζει ακόμη το ίδιο χαρμάνι. Και όταν το άρωμα του φρεσκοψημένου καφέ απλώνεται στον πεζόδρομο σαν μια μνήμη που δεν γνωρίσαμε εμείς, αλλά που, με έναν παράξενο τρόπο, εξακολουθεί να μας ανήκει.
Η μνήμη μιας πόλης μπορεί να χωρέσει σε ένα σακουλάκι καφέ
Οι πόλεις δεν θυμούνται μόνο μέσα από τα διατηρητέα κτίρια, τα μνημεία και τις επετειακές πλάκες τους. Θυμούνται μέσα από επαναλαμβανόμενες κινήσεις: το άνοιγμα ενός ρολού το πρωί, το ζύγισμα των κόκκων, το δίπλωμα μιας χάρτινης σακούλας, μια σύντομη κουβέντα πάνω από τον πάγκο. Στην Αγίας Ζώνης, ο «Άσσος» εξακολουθεί να κάνει αυτές τις κινήσεις. Και όσο από τη βιτρίνα του βγαίνει το άρωμα του καβουρδισμένου καφέ, ένα μικρό κομμάτι της παλιάς Κυψέλης δεν επιβιώνει απλώς. Συνεχίζει να δουλεύει.

