Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να μεγεθύνεται ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ωστόσο τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το πρώτο τρίμηνο του 2026 αποκαλύπτουν ότι το όφελος αυτής της ανόδου δεν μοιράζεται ισόρροπα. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% σε ετήσια βάση, τη στιγμή που η Ευρωζώνη κινείται οριακά πάνω από το μηδέν — όμως οι φόροι και τα επιχειρηματικά εισοδήματα αυξάνονται πιο γρήγορα από τις αμοιβές της εργασίας.
Τι δείχνουν οι αριθμοί
Οι αμοιβές των μισθωτών διαμορφώθηκαν στα 20,97 δισ. ευρώ το α΄ τρίμηνο, από 20,14 δισ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα — αύξηση 821 εκατ. ευρώ ή 4,1%.
Το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα και μεικτό εισόδημα, που περιλαμβάνει επιχειρηματικά κέρδη, εισοδήματα αυτοαπασχολούμενων και αποδόσεις κεφαλαίου, ανέβηκε από 26,69 σε 27,93 δισ. ευρώ — αύξηση 1,24 δισ. ευρώ ή 4,6%.
Πιο έντονη όμως ήταν η πορεία των φόρων επί της παραγωγής και των εισαγωγών: από 9,47 δισ. ευρώ έφτασαν σχεδόν τα 10 δισ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 503 εκατ. ευρώ ή 5,3%.
Με άλλα λόγια, από το επιπλέον εισόδημα που παράγει η οικονομία, μεγαλύτερο μερίδιο κατευθύνεται προς τα δημόσια ταμεία και τα επιχειρηματικά κέρδη παρά προς τους μισθούς — και αυτό παρά το γεγονός ότι η ανεργία βρίσκεται στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαπενταετίας.
Το κράτος εισπράττει από την ακρίβεια
Ένα μέρος της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης δεν προέρχεται μόνο από την ανάπτυξη, αλλά και από τη δομή του ελληνικού φορολογικού συστήματος, που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στους έμμεσους φόρους: ΦΠΑ, ειδικούς φόρους κατανάλωσης και φόρους στα καύσιμα. Όταν ανεβαίνουν οι τιμές, ανεβαίνουν σχεδόν αυτόματα και τα έσοδα του κράτους.
Το φαινόμενο είχε γίνει εμφανές στην ενεργειακή κρίση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και επανέρχεται σήμερα, με τον πληθωρισμό να επιστρέφει κοντά στο 5% και την ενέργεια να αυξάνεται με διψήφιο ρυθμό.
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο περνά συχνά απαρατήρητο: σε όρους όγκου, δηλαδή αφαιρώντας τον πληθωρισμό, οι φόροι επί των προϊόντων αυξήθηκαν 3,9%, ενώ η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της οικονομίας μόλις 1,8%. Οι φόροι, δηλαδή, αυξάνονται με υπερδιπλάσιο ρυθμό από την πραγματική παραγωγή αξίας.
Γιατί οι πολίτες δεν «βλέπουν» την ανάπτυξη
Η αντίφαση εξηγείται από την καθημερινότητα των νοικοκυριών. Η πραγματική κατανάλωση αυξήθηκε μόλις 0,7% σε ετήσια βάση και παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμη σε τριμηνιαία. Οι μισθοί ανεβαίνουν, αλλά με ρυθμό που δύσκολα καλύπτει το κόστος στέγασης, ενέργειας και υπηρεσιών, με αποτέλεσμα η αγοραστική δύναμη να συμπιέζεται.
Έτσι, ενώ τα μακροοικονομικά μεγέθη βελτιώνονται και τα φορολογικά έσοδα καταγράφουν νέα υψηλά, το αίσθημα ευημερίας παραμένει περιορισμένο. Ενόψει της ΔΕΘ και της κατάρτισης του προϋπολογισμού του 2027, το πολιτικό ερώτημα που προκύπτει είναι ποιος τελικά καρπώνεται το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης.

