Η ολοκλήρωση του Εθνικού Κτηματολογίου έχει αναδείξει μια σειρά από συνηθισμένα λάθη στις δηλώσεις ιδιοκτησίας, λάθη που μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα σε μελλοντικές συναλλαγές — από καθυστερήσεις στη μεταβίβαση έως και μπλοκάρισμα έκδοσης οικοδομικής άδειας.
Λανθασμένα όρια και εμβαδά
Ανακρίβειες στα όρια του οικοπέδου ή στο εμβαδόν του ακινήτου, όπως έχουν δηλωθεί, αποτελούν από τα πιο συχνά προβλήματα που εντοπίζονται κατά τον έλεγχο τίτλων. Πρόκειται συνήθως για «πρόδηλα σφάλματα» — σαφή και εμφανή λάθη που δεν χρειάζονται δικαστική κρίση για να διορθωθούν.
«Άγνωστος ιδιοκτήτης»: μια ειδική κατηγορία λάθους
Μια ξεχωριστή και ιδιαίτερα προβληματική κατηγορία είναι τα ακίνητα που εμφανίζονται στα κτηματολογικά βιβλία με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» — συνήθως λόγω ελλιπούς ή λανθασμένης δήλωσης κατά την αρχική κτηματογράφηση. Με τον πρόσφατο Ν.5142/2024 προβλέπεται πλέον αποτελεσματικότερη διαδικασία διόρθωσης αυτής της ένδειξης υπέρ των πραγματικών ιδιοκτητών, εφόσον διαθέτουν νόμιμο τίτλο ιδιοκτησίας.
Ελλιπής ή λανθασμένη νομική βάση
Δηλώσεις που βασίζονται σε παλαιά ή ελλιπή έγγραφα ιδιοκτησίας, χωρίς πλήρη αλυσίδα τίτλων, μπορούν να οδηγήσουν σε αμφισβήτηση της ιδιοκτησίας από τρίτους — ιδιαίτερα σε ακίνητα με ιστορικό κληρονομιάς ή διαδοχικών μεταβιβάσεων όπου κάποιος κρίκος της αλυσίδας τίτλων δεν έχει καταγραφεί σωστά.
Πώς διορθώνονται τα λάθη
Η διαδικασία διόρθωσης πρόδηλων σφαλμάτων ρυθμίζεται από το άρθρο 18 του Ν.2664/1998 και έχει σημαντικά πλεονεκτήματα για τον ιδιοκτήτη: η αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά, δεν επιβαρύνεται με κανένα τέλος ή δικαίωμα, και —σε αντίθεση με άλλες κατηγορίες διορθώσεων που έχουν συγκεκριμένη προθεσμία ανά περιοχή— τα πρόδηλα σφάλματα δεν έχουν ημερομηνία λήξης προθεσμίας, οπότε μπορούν να διορθωθούν οποιαδήποτε στιγμή. Ο Προϊστάμενος του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου οφείλει να αποφανθεί εντός 30 εργάσιμων ημερών από την υποβολή, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις η διόρθωση είναι υποχρεωτική, με μόνη δυνατότητα άρνησης την αιτιολογημένη μη συνδρομή των προϋποθέσεων. Αν η αίτηση δεν εμπίπτει τελικά στις προβλεπόμενες κατηγορίες πρόδηλου σφάλματος, ο ενδιαφερόμενος έχει τη δυνατότητα να την υποβάλει ως τυπική αντίρρηση, καταβάλλοντας το αντίστοιχο τέλος — γι’ αυτό συνιστάται έγκαιρος έλεγχος πριν προκύψει ανάγκη μεταβίβασης, ώστε να υπάρχει χρόνος για τη φθηνότερη και ταχύτερη διαδικασία.
