Η ιστορία του λαχείου φωτίζει μια λιγότερο γνωστή πλευρά του ελληνοϊταλικού πολέμου: την οικονομική προσπάθεια που καταβαλλόταν στα μετόπισθεν, σε μια περίοδο κατά την οποία χιλιάδες οικογένειες προσπαθούσαν να ανταποκριθούν στις ανάγκες της καθημερινότητας.
Το ιστορικό τεκμήριο, που παρουσιάστηκε στις 12 Οκτωβρίου 2026 από το Ιστορικό Αρχείο του Δήμου Αθηναίων, αποκαλύπτει τόσο τον τρόπο λειτουργίας του λαχείου όσο και το σημαντικό οικονομικό βάρος που αντιπροσώπευε η αγορά του.
Ένας λαχνός που κόστιζε σχεδόν τρία ημερομίσθια
Η τιμή του ακέραιου γραμματίου είχε καθοριστεί στις 200 δραχμές, ενώ το ένα τέταρτο του λαχνού κόστιζε 50 δραχμές.
Για να αντιληφθεί κανείς τι σήμαιναν αυτά τα ποσά, αρκεί να τα συγκρίνει με τις αποδοχές και τις τιμές βασικών αγαθών της εποχής.
Σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία που παραθέτει το Ιστορικό Αρχείο, στα τέλη του 1940 το μέσο ημερομίσθιο ενός άνδρα εργάτη έφτανε περίπου τις 70 δραχμές, ενώ μιας γυναίκας εργάτριας τις 40 δραχμές.
Την ίδια περίοδο, η διατιμημένη τιμή του ψωμιού βρισκόταν περίπου στις 8 δραχμές ανά οκά.
Αυτό σημαίνει ότι ένα ολόκληρο πολεμικό λαχείο κόστιζε όσο περίπου 25 οκάδες ψωμί ή 2,9 ανδρικά ημερομίσθια.
Για μια εργατική οικογένεια, επομένως, η αγορά του δεν αποτελούσε μια αμελητέα δαπάνη.

Γιατί δημιουργήθηκε το Μέγα Πολεμικόν Λαχείον
Μετά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, στις 28 Οκτωβρίου 1940, ο κρατικός μηχανισμός χρειάστηκε να προσαρμόσει τη λειτουργία και τους οικονομικούς του πόρους στις νέες συνθήκες.
Στα μέσα Νοεμβρίου ανεστάλη η κυκλοφορία του προπολεμικού Εθνικού Λαχείου Διαδοχικών Κληρώσεων.
Στη θέση του εκδόθηκε, στις αρχές Δεκεμβρίου, το «Μέγα Πολεμικόν Λαχείον».
Σκοπός του νέου θεσμού ήταν να συγκεντρώνονται έσοδα για την ιατρική φροντίδα των τραυματιών και την ενίσχυση συσσιτίων για ανθρώπους που αντιμετώπιζαν σοβαρές οικονομικές δυσκολίες.
Επρόκειτο για έναν μηχανισμό χρηματοδότησης κοινωνικών και πολεμικών αναγκών, ο οποίος συνδύαζε την προσδοκία ενός χρηματικού κέρδους με την ενίσχυση της πολεμικής προσπάθειας.
Το πρώτο βραβείο των 2,5 εκατομμυρίων δραχμών
Η υπουργική απόφαση προέβλεπε 12 κληρώσεις ετησίως, μία κάθε μήνα.
Η πρώτη είχε οριστεί για τις 31 Δεκεμβρίου 1940, ενώ το πρώτο βραβείο ανερχόταν στο εντυπωσιακό για την εποχή ποσό των 2.500.000 δραχμών.
Παράλληλα, εξακολουθούσε να κυκλοφορεί το ξεχωριστό «Λαχείο του Στόλου», αξίας 10 δραχμών, που προοριζόταν για την ενίσχυση του Πολεμικού Ναυτικού.
Η διάκριση έχει ιστορική σημασία, καθώς τα δύο λαχεία εξυπηρετούσαν διαφορετικούς σκοπούς.

Μια σύντομη ιστορία που τελείωσε μέσα στην Κατοχή
Η λειτουργία του Μεγάλου Πολεμικού Λαχείου δεν διήρκεσε πολύ.
Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία των κρατικών λαχείων, καταργήθηκε τον Ιούλιο του 1941, λίγους μήνες μετά τη γερμανική εισβολή και την έναρξη της Κατοχής.
Το Λαχείο του Στόλου μετονομάστηκε τότε σε «Λαϊκόν Λαχείον υπέρ της Κοινωνικής Προνοίας».
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Αθήνα θα γνώριζε τη δραματική εμπειρία της κατοχικής πείνας και των συσσιτίων. Ωστόσο, είναι σημαντικό να διαχωρίζεται η δημιουργία του Πολεμικού Λαχείου το 1940 από τις μεταγενέστερες δομές επισιτιστικής βοήθειας της Κατοχής.
Ένα τεκμήριο για την κοινωνική ιστορία της Αθήνας
Η ανάδειξη του εγγράφου από το Ιστορικό Αρχείο του Δήμου Αθηναίων υπενθυμίζει ότι η ιστορία του 1940 δεν γράφτηκε μόνο στα πεδία των μαχών.
Γράφτηκε και στην καθημερινότητα των ανθρώπων, στις οικονομικές στερήσεις και στις προσπάθειες συγκέντρωσης πόρων για όσους είχαν ανάγκη.
Το τεκμήριο αποδεικνύει τον σκοπό και τους όρους ίδρυσης του λαχείου. Δεν τεκμηριώνει, από μόνο του, τα ποσά που τελικά συγκεντρώθηκαν ή διατέθηκαν στους δικαιούχους.
Ογδόντα έξι χρόνια αργότερα, η ιστορία του αποτελεί μια αφορμή να ανακαλύψουμε μια λιγότερο γνωστή όψη της κοινωνικής αλληλεγγύης στην Αθήνα του πολέμου.
Πηγές:
- Ιστορικό Αρχείο Δήμου Αθηναίων – Το τεκμήριο του Οκτωβρίου 2026
- Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών – Ιστορία Κρατικών Λαχείων
- Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχείο Διεύθυνσης Κρατικών Λαχείων
- Culture is Athens – Ιστορική διαδρομή για τα συσσίτια της Κατοχής
