Η μάχη με τις φλόγες μπορεί να έχει περιοριστεί, όμως για τους κατοίκους και τις επιχειρήσεις της Δυτικής Αττικής ξεκινά τώρα μια εξίσου κρίσιμη διαδικασία: η καταγραφή των ζημιών, η αποκατάσταση των υποδομών και η ενεργοποίηση των μέτρων στήριξης. Τα επόμενα 24ωρα αναμένονται αυτοψίες από τα αρμόδια κλιμάκια, ενώ οι πληγέντες θα πρέπει να ακολουθήσουν συγκεκριμένες διαδικασίες για να διεκδικήσουν αποζημιώσεις και κρατική αρωγή.
Ξεκινούν οι αυτοψίες στις πληγείσες περιοχές
Μετά την οριοθέτηση των περιοχών που επλήγησαν, κλιμάκια της Γενικής Διεύθυνσης Αποκατάστασης Επιπτώσεων Φυσικών Καταστροφών (ΓΔΑΕΦΚ) πραγματοποιούν αυτοψίες σε κατοικίες, επαγγελματικούς χώρους και άλλες εγκαταστάσεις για την καταγραφή των ζημιών. Οι αυτοψίες αποτελούν το πρώτο και απαραίτητο βήμα για την ενεργοποίηση των μέτρων κρατικής αρωγής.
Τι πρέπει να κάνουν οι κάτοικοι
Οι ιδιοκτήτες κατοικιών που έχουν υποστεί ζημιές καλούνται να:
* δηλώσουν άμεσα τις ζημιές στον Δήμο ή στις αρμόδιες υπηρεσίες όταν ανοίξει η σχετική διαδικασία,
* διευκολύνουν την πρόσβαση των κλιμακίων στις ιδιοκτησίες,
* φωτογραφίσουν και καταγράψουν τις ζημιές πριν από οποιαδήποτε εργασία αποκατάστασης,
* διατηρήσουν παραστατικά για τυχόν έκτακτες δαπάνες.
Η καταγραφή αποτελεί προϋπόθεση για την εξέταση των αιτημάτων οικονομικής ενίσχυσης.
Στήριξη για τις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις που υπέστησαν ζημιές μπορούν να ενταχθούν στο πλαίσιο της κρατικής αρωγής, μετά την ολοκλήρωση της καταγραφής των ζημιών και την υποβολή των απαραίτητων δικαιολογητικών. Η διαδικασία προβλέπεται από τον νόμο για την κρατική αρωγή σε φυσικές καταστροφές και περιλαμβάνει αίτηση, αυτοψία και εκτίμηση της ζημιάς.
Αποκατάσταση των βασικών υποδομών
Παράλληλα με τις αυτοψίες, βρίσκονται σε εξέλιξη εργασίες για:
* την αποκατάσταση του ηλεκτρικού δικτύου,
* τον έλεγχο των δικτύων ύδρευσης,
* τον καθαρισμό του οδικού δικτύου,
* την απομάκρυνση επικίνδυνων υλικών και καμένων δέντρων,
* την ασφαλή πρόσβαση στις πληγείσες περιοχές.
Οι εργασίες γίνονται σταδιακά και ανάλογα με τις συνθήκες ασφαλείας που επικρατούν σε κάθε περιοχή.
Συνεχίζεται η στήριξη των πυρόπληκτων
Παράλληλα με τις κρατικές διαδικασίες, δήμοι, κοινωνικές υπηρεσίες, εθελοντικές οργανώσεις και φορείς συνεχίζουν να συγκεντρώνουν είδη πρώτης ανάγκης για τις οικογένειες που επλήγησαν, τους πυροσβέστες και τους εθελοντές που παραμένουν στην πρώτη γραμμή.
Χωρίς ενεργές φλόγες στην Ψάθα, αλλά η επιφυλακή συνεχίζεται
Παρά τη σημαντική βελτίωση της εικόνας στο μέτωπο της πυρκαγιάς στην Ψάθα, οι πυροσβεστικές δυνάμεις παραμένουν σε πλήρη επιφυλακή, καθώς το μεγάλο θερμικό φορτίο που διατηρείται στο υπέδαφος εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για αναζωπυρώσεις.
Όπως δήλωσε στο ERTNews ο πρόεδρος της Ένωσης Αξιωματικών του Πυροσβεστικού Σώματος, Κώστας Τσίγκας, η απουσία ενεργών φλογών δεν σημαίνει ότι η πυρκαγιά έχει τεθεί οριστικά υπό έλεγχο. Όπως εξήγησε, όσο ανεβαίνει η θερμοκρασία κατά τη διάρκεια της ημέρας, οι θερμές εστίες που παραμένουν στο έδαφος μπορούν να επανενεργοποιηθούν και να προκαλέσουν νέες εστίες φωτιάς.
Από τις πρώτες πρωινές ώρες επιχειρούν συνολικά 16 εναέρια μέσα, τα οποία πραγματοποιούν συνεχείς ρίψεις νερού σε τρεις βασικούς τομείς:
* στην περιοχή της Λούμπας,
* μεταξύ Ψάθας και Αλεποχωρίου, προς τις κεραίες και το βόρειο τμήμα των Βιλίων,
* πάνω από τα λατομεία, βορειοανατολικά των Μεγάρων.
«Η εικόνα είναι σαφώς βελτιωμένη. Ωστόσο, όσο πλησιάζουμε προς το μεσημέρι, οι θερμές εστίες μπορούν να δημιουργήσουν νέες φλόγες», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Τσίγκας.
Αυξημένος κίνδυνος στο δάσος των Βιλίων
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το συμπαγές δασικό τμήμα βόρεια των Βιλίων, όπου υπάρχει κίνδυνος πυροκηλίδωσης, δηλαδή δημιουργίας νέων εστιών από καύτρες που μεταφέρονται με τον άνεμο σε μεγάλες αποστάσεις.
Παράλληλα, χωματουργικά μηχανήματα συνεχίζουν να διανοίγουν αντιπυρικές ζώνες και δρόμους πρόσβασης, ώστε να διευκολύνεται η επέμβαση των επίγειων δυνάμεων σε περίπτωση νέας αναζωπύρωσης.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ένωσης Αξιωματικών του Πυροσβεστικού Σώματος, η πλήρης οριοθέτηση της πυρκαγιάς δεν αναμένεται να ολοκληρωθεί άμεσα, καθώς απαιτείται η πλήρης ψύξη του εδάφους και η εξάλειψη κάθε θερμής εστίας πριν οι αρχές μπορέσουν να θεωρήσουν ότι ο κίνδυνος έχει εκλείψει.



