Η πορεία των επιτοκίων παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την αγορά κατοικίας, καθώς καθορίζει το κόστος δανεισμού και, κατ’ επέκταση, την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Το 2026 βρίσκει τα επιτόκια στα χαμηλότερα επίπεδα εννέα ετών — μια εξέλιξη που αλλάζει αισθητά τα δεδομένα για όσους σχεδιάζουν αγορά κατοικίας.
Πού βρίσκονται σήμερα τα επιτόκια
Τον Φεβρουάριο του 2026, το μέσο επιτόκιο για σταθερά στεγαστικά δάνεια έως πέντε έτη υποχώρησε στο 2,95%, από 3,13% τον Ιανουάριο — η πρώτη φορά από τις αρχές του 2017 που το επιτόκιο πέφτει κάτω από το 3%. Στην πράξη, τα σταθερά επιτόκια των τραπεζών κυμαίνονται σήμερα από 2,4% έως 4,9% ανάλογα με τη διάρκεια και το προφίλ του δανειολήπτη, ενώ τα κυμαινόμενα (Euribor + περιθώριο τράπεζας) κινούνται από 3,15% έως 5,35%. Παράλληλα, τα ποσοστά έγκρισης αιτήσεων κυμαίνονται πλέον στο 85%-90%, ένδειξη ότι οι τράπεζες δανείζουν πιο εύκολα απ’ ό,τι τα προηγούμενα χρόνια.
Η σχέση επιτοκίων και δόσης δανείου
Ακόμη και μικρές μεταβολές στο επιτόκιο ενός στεγαστικού δανείου μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά το ύψος της μηνιαίας δόσης, ιδίως σε δάνεια μεγάλης διάρκειας και υψηλού κεφαλαίου. Με το μέσο ύψος δανείου να ξεπερνά πλέον τις 100.000 ευρώ, η διαφορά ανάμεσα σε ένα επιτόκιο 2,95% και ένα 4,5% μεταφράζεται σε εκατοντάδες ευρώ διαφορά στη μηνιαία δόση — ποσό που καθορίζει συχνά αν ένα νοικοκυριό μπορεί ή όχι να «αντέξει» ένα συγκεκριμένο ακίνητο.
Πώς αντιδρά η ζήτηση
Σε περιόδους υψηλότερων επιτοκίων, μέρος της ζήτησης μετατοπίζεται από την αγορά προς την ενοικίαση, ενώ οι αγοραστές τείνουν να αναζητούν μικρότερα ή πιο προσιτά ακίνητα ώστε να διατηρήσουν τη δόση σε διαχειρίσιμα επίπεδα. Η τρέχουσα αποκλιμάκωση των επιτοκίων, αντίθετα, ενισχύει τη ζήτηση: οι τράπεζες αναμένουν το 2026 νέες εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων γύρω στα 3 δισ. ευρώ συνολικά, με περίπου 2 δισ. ευρώ από αμιγώς στεγαστικά δάνεια και άλλα 900 εκατ. ευρώ μέσω του κρατικού προγράμματος «Σπίτι μου 2» — ένδειξη ότι νεότερα νοικοκυριά επιστρέφουν πιο δυναμικά στην αγορά πρώτης κατοικίας.
Τι πρέπει να εξετάσει ο υποψήφιος δανειολήπτης
Η σύγκριση σταθερού και κυμαινόμενου επιτοκίου, καθώς και η εξέταση του συνολικού κόστους δανεισμού σε βάθος χρόνου, αποτελούν βασικά στοιχεία πριν από τη σύναψη στεγαστικού δανείου. Μερικά προγράμματα (όπως το «Σπίτι 25» ορισμένων τραπεζών) προσφέρουν μειωμένο σταθερό επιτόκιο για τα πρώτα τέσσερα χρόνια, μετά τα οποία το δάνειο μετατρέπεται σε κυμαινόμενο συνδεδεμένο με το Euribor — κάτι που ο δανειολήπτης πρέπει να λάβει υπόψη στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό του, και όχι μόνο στη δόση των πρώτων ετών. Πέρα από το επιτόκιο, αξίζει να υπολογίζονται και τα παράπλευρα έξοδα της συναλλαγής — έξοδα φακέλου, νομικός και τεχνικός έλεγχος, φόρος μεταβίβασης, συμβολαιογραφικά — που συνήθως προσθέτουν ένα επιπλέον 5%-7% στο συνολικό κόστος απόκτησης.
