Connect with us

NON PAPER

«Μπροστά» υπάρχει μόνο μνημόνιο

[dropcap size=big]Έ[/dropcap]χουμε και λέμε: Ο ΣΥΡΙΖΑ εκλέχτηκε πρώτο κόμμα τον περασμένο Γενάρη και σχημάτισε μαζί με τους ΑΝΕΛ κυβέρνηση με μια σαφέστατη λαϊκή εντολή, την κατάργηση του μνημονίου.

Προκηρύχτηκε ένα δημοψήφισμα στις 5 Ιούλη όπου άσχετα από το τυπικό μέρος του ερωτήματος η απάντηση ήταν ένα σαφέστατο ΟΧΙ με ένα συντριπτικό πλειοψηφικό ποσοστό του 62%. Όχι σε ένα νέο μνημόνιο. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επιτεύχθηκε ήταν ταυτόχρονα και μια μούντζα στο «παλιό» πολιτικό σύστημα, αλλά και στη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση των μνημονίων, της λιτότητας, του αυταρχισμού, του περιορισμού της εθνικής κυριαρχίας των κρατών μελών της.

Και τελικά η βουλή αυτή διαλύεται έχοντας ψηφίσει τα ¾ των βουλευτών της το δεκαπενταύγουστο ένα μεγαλοπρεπέστατο τρίτο μνημόνιο που κατοχυρώνει τα «κεκτημένα» των προηγούμενων δύο και ενισχύει την επιτροπεία και την σκληρότητα των μέτρων που έρχονται προς εφαρμογή. Όσο δε για το χρέος, πριν από οποιαδήποτε διευθέτηση που θα αφορά μετά το 2022 απλά θα έχουν προστεθεί άλλα 90 περίπου δισεκατομμύρια στο συνολικό ποσό.

Το μνημόνιο αυτό το έχουν ψηφίσει μεταξύ άλλων τα δύο πρώτα κόμματα με βάση την κοινοβουλευτική δύναμη των εκλογών του Γενάρη και έχουν δεσμευτεί ότι θα το εφαρμόσουν. Από τις δυνάμεις που καταψήφισαν αυτό το μνημόνιο και παραμένουν και οι μόνοι που δεν έχουν ψηφίσει κανένα από τα τρία είναι η ΛΑΕ και το ΚΚΕ (εξαιρούμε τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή για ευνόητους λόγους).

Τελικά τι κρίνεται σ’ αυτές τις εκλογές από τη στιγμή που ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ καταγράφονται ως οι βασικοί διεκδικητές της διακυβέρνησης; Το μνημόνιο θα εφαρμοστεί είναι δέσμευσή τους. Με διαφορετικό τρόπο το ομολογούν και οι δύο, οι μεν ως προϊόν εκβιασμού που έπρεπε να αποδεχτούν, οι δε ως ανάγκη για να παραμείνει η Ελλάδα στο ευρώ.

Τι επιπλέον λένε επ’ αυτού; Ψάχνουν ισοδύναμα και οι δύο ασχέτως αν στο ΣΥΡΙΖΑ το λένε «αντισταθμιστικά» ή «αντίρροπα» ή «παράλληλο πρόγραμμα» όπως έκαναν και οι προκάτοχοί του πριν από τις εκλογικές διαδικασίες της τελευταίας πενταετίας, ή αν στη ΝΔ υπόσχονται για ακόμα μια φορά φοροελαφρύνσεις.

Τι επιπλέον λένε; Λένε οι μεν της ΝΔ ότι πιστεύουν τις μεταρρυθμίσεις, οι δε του ΣΥΡΙΖΑ ότι μπορούν να πραγματοποιήσουν δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις στο κράτος και στην οικονομία γιατί μόνο η Αριστερά παραμένει «αμόλυντη», «άφθαρτη» και «αδιάφθορη» από το αμαρτωλό παρελθόν της τελευταίας 40ετίας.

Στη ΝΔ είναι εύκολη η απάντηση που μπορεί να δώσει κάποιος για τι εννοεί μεταρρυθμίσεις. Προφανώς εννοεί αλλαγές στην αγορά και στο κράτος προς όφελος αποκλειστικά των επιχειρηματιών και σε βάρος των φτωχών όπως το απέδειξε άλλωστε τα προηγούμενα χρόνια.

Η απάντηση που έχει να δώσει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι δύσκολη όχι γιατί θα πρέπει να κάνει κανείς δίκη προθέσεων. Τη δυσκολία την έχει ο ΣΥΡΙΖΑ γιατί θα πρέπει για παράδειγμα να εξηγήσει πως γίνεται να δώσει σάρκα και οστά πχ σε ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα, όταν ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας καταγγέλλει ότι του επιβλήθηκε ένα μνημόνιο και δεν γίνονταν δεκτές οι προτάσεις του επειδή οι δανειστές με τους οποίους συμβιβάστηκε δεν ήθελαν μόνο τα λεφτά τους αλλά υποδεικνύουν με τα μνημονιακά μέτρα και από τις τσέπες ποιων θα εισπραχτούν. Τα ίδια ισχύουν για μισθούς, συντάξεις και εργασιακές σχέσεις.

Όσο για τη λογική των ισοδύναμων στο μνημόνιο μετά από πέντε χρόνια πράξης έχει μετατραπεί σε κάτι περισσότερο από γελοία θεωρία. Είναι προφανές ότι παρά το διαφορετικό περιτύλιγμα η μνημονιακή ομοιότητα των δύο υπερισχύει συντριπτικά.

Αυτό που μένει να απαντηθεί είναι αν πράγματι υπάρχουν άλλες διαφορές που αξίζει τον κόπο να διακρίνει κανείς για να επιλέξει κάποιο από τα δύο κόμματα. Πιθανά να πει κανείς ότι για παράδειγμα με ΝΔ κυβέρνηση θα πνίγονταν οι πρόσφυγες και οι μετανάστες στο Αιγαίο, θα επικρατούσε η λογική του νόμου και της τάξης, ο αυταρχισμός. Ισχυρό επιχείρημα, το ισχυρότερο ίσως υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ.

Υπάρχει όμως μια ένσταση εξίσου ισχυρή και σοβαρή: Οι εφτά μήνες που πέρασαν ήταν αρκετοί όχι μόνο για να καταλάβει κανείς ότι δεν υπάρχει ευρώ και Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς μνημόνιο, ότι δεν είναι θέμα σκληρής ή χαλαρής διαπραγμάτευσης η επιβολή των πολιτικών λιτότητας και της εσωτερικής υποτίμησης, αλλά και για να καταδειχτεί η στάση του ΣΥΡΙΖΑ στο θέμα της δημόσιας τάξης, των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, της πνευματικής ατμόσφαιρας που μπορεί να επικρατήσει στη χώρα.

Το παράδειγμα και το έργο του Γιάννη Πανούση στο υπουργείο δημόσιας τάξης είναι από τα πιο χαρακτηριστικά. Πόσο μπορεί να εγγυηθεί ο Αλέξης Τσίπρας μια ανθρώπινη μεταναστευτική πολιτική όταν δηλώνει ότι μόνο με τον Πάνο Καμμένο μπορεί να συγκυβερνήσει όταν είναι γνωστές οι αντιδραστικές θέσεις των ΑΝΕΛ σε τέτοια θέματα, οι διαφοροποιήσεις τους στο συγκεκριμένο τομέα από το ΣΥΡΙΖΑ στην προηγούμενη διακυβέρνηση. Δεν έχει περάσει άλλωστε και πολύς καιρός από τους χορούς (με όπου παρέπεμπαν) του Πάνου Καμμένου στο Σύνταγμα την 25η Μαρτίου και τα εθνικιστικά παραληρήματα των ΟΥΚάδων στην ίδια παρέλαση.

Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο ότι τελικά και τα δύο κόμματα έχουν το ίδιο προεκλογικό σύνθημα: Η ΝΔ λέει η Ελλάδα μπροστά και ο ΣΥΡΙΖΑ πάμε μπροστά!

Και μένει η μόνη διαχωριστική γραμμή που θέτει επί της ουσίας ο Τσίπρας μεταξύ παλιού και νέου, διεφθαρμένου και καθαρού, κακού και καλού. Και πάνω εδώ οικοδομεί τα περί κινδύνου «παλινόρθωσης του παλιού καθεστώτος» και του κατεστημένου.

Είναι το μόνο στοιχείο του δημοψηφίσματος που κρατάει και «σέβεται» (έτσι τουλάχιστον εμφανίζεται ο Αλέξης Τσίπρας) από το 62% που ήταν η καταδίκη των κομμάτων που ταυτίστηκαν με την προηγούμενη πενταετία και γενικά με τη μεταπολίτευση. Φυσικά ο τέως πρωθυπουργός το χρησιμοποιεί κατά το δοκούν γιατί η παλινόρθωση στα πρόσωπα προϋποθέτει την παλινόρθωση των πολιτικών και από τη στιγμή που για το ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ ο σκληρός πυρήνας του κυβερνητικού τους προγράμματος είναι το μνημόνιο 3 που ψήφισαν μαζί, το παλιό-νέο θα μετατραπεί σε μια απάτη.

Άλλωστε το πιθανότερο είναι ότι θα συγκυβερνήσουν και το ξέρουν. Γι’ αυτό και η ΝΔ μιλάει για αλαζονεία και καθεστωτική αντίληψη μπας και συγκρατήσει κάτι από τη φθορά της.

Όσο για τα περί αυτοδυναμίας και τα ανοίγματα στο 62% του ΟΧΙ με τα οποία ξεκινάει την προεκλογική εκστρατεία του ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας η απάντηση είναι μια και καθόλου αθώα. Θέλει απλά να συσπειρώσει το κόμμα του και όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος από την εκλογική του βάση μετά τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ, εξαιτίας της επί της ουσίας μεταπήδησής του στο ΝΑΙ.

Το ΝΑΙ που ήθελε η «διαπλοκή» για την οποία θα εξακολουθεί να κρατάει στη ρητορική του καταγγελτικό λόγο, παρά το γεγονός ότι τον έχει αγκαλιάσει όπως και το Μεϊμαράκη φυσικά μπας και ξαναστήσουν στα πόδια του ένα νέο δικομματισμό που θα εγγυηθεί όσο το δυνατό μια τέτοια πολιτική σταθερότητα που θα διευκολύνει την εφαρμογή του μνημονίου.

Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι ο μόνος προς το παρόν που μπορεί να κρατήσει εντός των ορίων του ΝΑΙ το ΟΧΙ του ελληνικού λαού με τη διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού συστήματος που αναβαπτισμένο θα επιχειρήσει να εμπεδώσει στην κοινωνία τα μνημόνια που τόσο επικίνδυνα αμφισβήτησε τους προηγούμενους μήνες αυτή η κοινωνία. Και τα μνημόνια όπως αντιδημοκρατικά επιβάλλονται μόνο αντιδημοκρατικά μπορούν να υπηρετηθούν από οποιονδήποτε. Άλλωστε τα κατεπείγοντα και η καταπάτηση του κανονισμού της βουλής και του συνταγματικών διατάξεων εγγράφονται και στα κυβερνητικά πεπραγμένα της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου.

Πόσο τυχαίο είναι το γεγονός ότι η Μέρκελ αμέσως μόλις ανακοινώθηκε από τον Αλέξη Τσίπρα η προσφυγή στις κάλπες είπε ότι «οι εκλογές είναι μέρος της λύσης και όχι της κρίσης»;