Η υποχώρηση των διεθνών τιμών πετρελαίου, μετά τη συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν για παύση των εχθροπραξιών και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, αναζωπυρώνει τις προσδοκίες για φθηνότερα καύσιμα και στην ελληνική αγορά. Το βασικό σενάριο που επικρατεί στον κλάδο είναι μια σταδιακή εξομάλυνση των τιμών τις επόμενες εβδομάδες — υπό την προϋπόθεση, πάντα, ότι δεν θα υπάρξει νέα γεωπολιτική ανάφλεξη.
Το Brent κινούνταν την Κυριακή λίγο πάνω από τα 80 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας πτώση περίπου 8% σε σχέση με μία εβδομάδα νωρίτερα και πάνω από 20% σε σχέση με έναν μήνα πριν. Πρόκειται για αποκλιμάκωση που, σύμφωνα με παράγοντες της εγχώριας διύλισης, μπορεί να μεταφραστεί σε αισθητή μείωση στην αντλία εφόσον επικρατήσει ηρεμία για έναν με δύο μήνες και η τιμή του αργού σταθεροποιηθεί κοντά στα τρέχοντα επίπεδα.
Πότε θα φανεί στα πρατήρια
Από την πλευρά της αγοράς, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδος (ΣΕΕΠΕ), Γιάννης Αληγιζάκης, εκτιμά ότι, αν δεν υπάρξει αναζωπύρωση της κρίσης, η αγορά θα μπορούσε να επιστρέψει ήδη μέσα στην τρέχουσα εβδομάδα κοντά στα επίπεδα που ίσχυαν πριν από την ένταση στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η μέση τιμή της αμόλυβδης στην Αθήνα θα μπορούσε να υποχωρήσει εκ νέου στην περιοχή των 1,65 με 1,70 ευρώ ανά λίτρο, από περίπου 1,9 ευρώ στα μέσα Ιουνίου, ενώ ανάλογη αποκλιμάκωση αναμένεται και στο πετρέλαιο κίνησης.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης ανέφερε ότι η μείωση του κόστους της πρώτης ύλης οφείλει να μετακυλιστεί άμεσα στον καταναλωτή, κάτι που εκτίμησε ότι θα αρχίσει να φαίνεται μέσα στις επόμενες ημέρες.
Τι δείχνουν ήδη τα στοιχεία
Η τάση έχει αρχίσει να αποτυπώνεται και στα επίσημα δεδομένα του Παρατηρητηρίου Τιμών. Στο διάστημα 10–18 Ιουνίου καταγράφηκε ήπια υποχώρηση σε όλα τα βασικά καύσιμα:
| Προϊόν | Μέση τιμή 10 Ιουνίου | Μέση τιμή 18 Ιουνίου | Μεταβολή |
|---|---|---|---|
| Αμόλυβδη 95 οκτ. | 2,004 € | 1,968 € | -1,80% |
| Αμόλυβδη 100 οκτ. | 2,252 € | 2,212 € | -1,78% |
| Diesel κίνησης | 1,746 € | 1,697 € | -2,81% |
Οι μειώσεις είναι ακόμη περιορισμένες, ωστόσο σηματοδοτούν τη σταδιακή αποσυμπίεση των πιέσεων. Εφόσον δεν προκύψουν νέα γεωπολιτικά επεισόδια, η πτωτική τάση εκτιμάται ότι μπορεί να συνεχιστεί.
Γιατί η πτώση δεν περνά αναλογικά στην αντλία
Το κρίσιμο σημείο, που εξηγεί γιατί οι διεθνείς διακυμάνσεις δεν μεταφράζονται ποτέ πλήρως σε αντίστοιχη μείωση για τον οδηγό, είναι η σύνθεση της τελικής τιμής. Στην Ελλάδα, φόροι και τέλη αντιστοιχούν σε ποσοστό που κυμαίνεται από 45% έως 60% της λιανικής τιμής.
Ενδεικτικά, με βάση τη μέση τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων στα 2,097 ευρώ το λίτρο (στις 29 Μαΐου), η τιμή εξόδου από το διυλιστήριο αντιστοιχούσε σε περίπου 0,814 ευρώ (38,8% της τελικής τιμής), οι φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις σε περίπου 1,123 ευρώ (53,6%), και το περιθώριο εμπορίας και πρατηριούχων σε περίπου 0,160 ευρώ (7,6%). Με άλλα λόγια, πάνω από το μισό του ποσού που καταβάλλει ο καταναλωτής δεν αφορά το ίδιο το προϊόν, αλλά φορολογική επιβάρυνση. Παρόμοια εικόνα ισχύει και στο ντίζελ κίνησης, όπου οι φόροι αγγίζουν περίπου το 43%–45% της τιμής.
Πέρα από τη φορολογία, στην τελική τιμή ενσωματώνονται και άλλοι παράγοντες: το κόστος μεταφοράς, αποθήκευσης και εμπορίας, η υποχρεωτική συμμετοχή βιοκαυσίμων, καθώς και η διατήρηση στρατηγικών αποθεμάτων ασφαλείας που αντιστοιχούν σε περίπου 100 ημέρες κατανάλωσης. Η τιμή εξόδου από το διυλιστήριο, εξάλλου, διαμορφώνεται με βάση τις διεθνείς τιμές αναφοράς Platts των προηγούμενων ημερών και την ισοτιμία ευρώ–δολαρίου, γεγονός που εισάγει χρονική υστέρηση στη μετακύλιση των αλλαγών.
Το «κρυφό» κόστος για τα διυλιστήρια
Ένα λιγότερο ορατό σκέλος της εξίσωσης αφορά τα ίδια τα διυλιστήρια. Παρότι τα διεθνή περιθώρια διύλισης παραμένουν σχετικά υψηλά, αυτό δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αυξημένη κερδοφορία. Οι εταιρείες αγοράζουν αργό εβδομάδες ή και μήνες πριν από την επεξεργασία του, καταβάλλοντας πρόσθετα premium που εκτινάχθηκαν τα τελευταία χρόνια — από περίπου 5 δολάρια ανά βαρέλι πριν τον πόλεμο στην Ουκρανία έως και 25 δολάρια στην κορύφωση της ενεργειακής κρίσης. Όταν οι τιμές υποχωρούν ταχύτερα από το αργό, οι διυλιστές ενδέχεται να διαθέτουν στην αγορά καύσιμα παραγμένα από ακριβό αργό σε χαμηλότερες τιμές, με αποτέλεσμα μήνες όπως ο Ιούνιος και ο Ιούλιος να αποδειχθούν ιδιαίτερα πιεστικοί για τα οικονομικά τους αποτελέσματα.
Η θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη
Αξιοσημείωτο είναι ότι, χωρίς τη φορολογική επιβάρυνση, οι τιμές βενζίνης και ντίζελ στην Ελλάδα κινούνται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο και δεν συγκαταλέγονται στις υψηλότερες της ΕΕ. Με την προσθήκη όμως φόρων και τελών, η χώρα ανεβαίνει σημαντικά στην ευρωπαϊκή κατάταξη ως προς την τελική λιανική τιμή — στοιχείο που ενισχύει το επιχείρημα ότι η φορολογία, και όχι το κόστος του προϊόντος, είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο τα ελληνικά καύσιμα εμφανίζονται ακριβά.
Η αβεβαιότητα παραμένει
Παρά τις θετικές ενδείξεις, ο κλάδος προειδοποιεί ότι το τοπίο παραμένει ευάλωτο. Όπως έχει επισημάνει ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Motor Oil, Γιάννης Βαρδινογιάννης, μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια η παγκόσμια οικονομία βρέθηκε αντιμέτωπη με δύο μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις, κάτι που επανέφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας και της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων. Η σταθερότητα των τιμών, σε τελική ανάλυση, δεν εξαρτάται μόνο από τη διεθνή τιμή του αργού, αλλά και από την ασφάλεια του εφοδιασμού — ένα πεδίο στο οποίο τα ελληνικά διυλιστήρια κλήθηκαν τους τελευταίους μήνες να επιδείξουν αυξημένη ευελιξία, διαφοροποιώντας τις πηγές προμήθειας ώστε να διατηρηθεί αδιάλειπτη η τροφοδοσία.
